Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Οι διωγμοί ξεκίνησαν. Απλά οι μάρτυρες απουσιάζοντας, κάπου βολεμένοι φιλοσοφούν.

Συνέντευξη Σπανουδάκη  που περιγράφει την Ελληνική πραγματικότητα.
κατεβάστε από την σελίδα μας και ακούστε προσεκτικά.

Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

Μονή Δοχειαρίου Αγίου Ὀρους: Δεν δεχόμαστε τον Τσίπρα στο Άγιο Όρος χωρίς μετάνοια!

Του Αρχιμ. Γρηγορίου,
Καθηγουμένου
της Ι. Μονής Δοχειαρίου
03/10/2017
Όραση δεν έχω. Ακοή δόξα τω Θεώ ισχυρή. Από καλούς αδελφούς ακροάσθηκα αναρτήσεις εφημερίδος. Βρε, καταλάβετε ότι η στάμνα έσπασε, προτού φτάση στην βρύση. Όσο και να προσπαθήτε, εάν δεν συντριβή να γίνη χώμα, δεν μπορεί να αναπλαστή. Μόνον ο Θεός αναπλάθει χωρίς να συντρίβη· τόσο ισχυροί δεν είστε. Θαυμάζω πόσο σας αρέσουν οι μεσοβέζικες κουβέντες.

Το καθάριο ψωμί δεν μπορείτε πια να το αναχαράξετε στο στόμα σας. Πως αυτός που πολεμά τον Σταυρό μπορεί να έρθη στο Όρος την ημέρα που αυτό σύσσωμο πανηγυρίζει την παγκόσμιο Ύψωση του Σταυρού; Ποιός σας είπε ότι οι γεγηρακότες και άρρωστοι ηγούμενοι δεν θα θυσίαζαν τα πάντα, για να βρεθούνε στην υποδοχή ενός χριστιανού αρχηγού του κράτους; Είτε πεζή είτε με άμαξες, είτε βροχή και καταιγίδα έπληττε το Όρος, αυτοί πρώτοι δαφνηφορούντες θα έτρεχαν, θα έσπευδαν με ταχείς ρυθμούς να υποδεχθούν αυτόν που δεν αρνείται τον Χριστό και την Παναγία.

Απορώ καλή ήταν η χρονιά εφέτος, εσείς που τα βρίσκετε τα κούφια καρύδια και τα μαζεύετε; Όταν το καρύδι είναι βαρύ, είναι γεμάτο, όταν είναι ελαφρύ, είναι κούφιο. Αυτοί οι ηγούμενοι, οι γέροι και άρρωστοι, είναι Έλληνες και σέβονται και εκτιμούνε και τιμούνε τον άρχοντα του τόπου τους. Δεν μπορεί να είναι χριστιανός άρχοντας αυτός που αφήνει κάθε τσιράκι του να βωμολοχή εναντίον του Έθνους και της Εκκλησίας.

Είπα δεν βλέπω, αλλά ακούω το αίμα που τρέχει από τις καρδιές των ανθρώπων.
– Τι έχεις; Γιατί ζης παραμερισμένος; Γιατί δεν γελάς; Τι ψαχουλεύεις στις τσέπες σου; Τι ψάχνεις; Τι ζητάς;

– Ψάχνω στην Εκκλησία τον Ιησού τον εσταυρωμένο. Και στην πολιτεία οίκτο, να μη μου ζητά τόσους φόρους, τόσα δοσίματα. Πληρώνω, άνθρωπέ μου, και το σπίτι που κατοικώ. Το κλειδί μου έμεινε στα χέρια· σε λίγο θα το χάσω κι αυτό.

Στην Ανατολική Γερμανία για πολλά χρόνια είχε χαθή το γέλιο. Είχαν ανακαλύψει έναν ειδικό μηχανισμό, που, όταν έβλεπαν γελαστό πρόσωπο, και από φυσικού του ακόμη, του τοποθετούσαν τον μηχανισμό αυτόν στην κάτω σιαγόνα, να την λοξεύσουνε, να μη σημειώνεται στο πρόσωπο του ανθρώπου το γέλιο, αλλά η λύπη, η μελαγχολία, η στραβομουτσουνιά. Έτσι γίνεται τώρα στην Ελλάδα. Ο Γερμανός τοποθετεί κι ο Έλληνας σφίγγει τις βίδες του μηχανισμού.

Πως μπορώ εγώ ο καλόγερος, ο Έλληνας και χριστιανός, να μένω απαθής, ανενέργητος και αμέτοχος σε όλον αυτόν τον χαμό του κόσμου; Πότε οι μοναχοί έζησαν αραγμένη ζωή σ᾽ αυτόν τον τόπο («δεν βαριέσαι, άξια ων έπραξαν απολαμβάνουν») και δεν κατέβηκαν στην μάχη και δεν πρωτοστάτησαν στον αγώνα; Αλλοίμονο στον μοναχό που τρυφά στα θεωτικά του και αφήνει τον συνάνθρωπό του στον πόνο και στον καημό του.

Δεν τον δεχόμαστε τον Τσίπρα στο Άγιον Όρος, αν δεν επιδείξη έμπρακτη μετάνοια και αν δεν μαζέψη τα πούπουλα – που μόνο πούπουλα δεν είναι – της απιστίας, της αποστασίας και της διαστροφής από το κράτος το ελληνικό. Αν δεχόμασταν τον Τσίπρα με εκκλησιαστικές τιμές, αυτός ο πονεμένος λαός πόσο δάκρυ θα έχυνε την ημέρα εκείνη του Σταυρού;

Λέτε να εβαρύνθησαν οι καρδιές μας στην κραιπάλη και στην μέθη, και να χάσαμε τις ευαισθησίες μας και να ασπαζώμαστε τα χέρια των ενταφιαστών της Εκκλησίας και του Γένους; Είμαστε μοναχοί, είμαστε και Έλληνες. Να σπάσουνε τα χέρια μας, αν χειροκροτήσουμε τέτοιους κρατούντες, και να κομματιαστούν οι παλάμες μας, αν καμπάνες χαρμόσυνες χτυπήσουμε στην υποδοχή τους.

Εσύ που γράφεις για την παιδαγωγία του αγίου Μακαρίου, όλα αυτά τα χρόνια που είσαι; Ποιόν ανώρθωσες και ποιόν βοήθησες να επιστρέψη εν τη οδώ; Τι ωραίες που είναι οι ευσεβείς κουβέντες, τι ωραία που είναι τα χειροκροτήματα από τις κερκίδες! Κατέβα στην αρένα κι έλα να τα κουβεντιάσουμε κάτω από τις μαύρες σημαίες. Κι εγώ, αμέσως άσπρες θα τις αναρτήσω, αλλά με σταυρό χρυσαφένιο. Σε περιμένω.


Από Orthodox Life

Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου

ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1353-1354 καί 1364-1376)[1] καταγόταν ἀπό τή Θεσσαλονίκη καί ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς διαπρεπέστερους καί πολυγραφότατους ἱεράρχες τῆς ὄψιμης βυζαντινῆς Ἐκκλησίας. Νέος ἐγκατέλειψε τόν κόσμο καί ἔγινε μοναχός. Ἀφοῦ παρέμεινε γιά ἀπροσδιόριστο χρονικό διάστημα στό Σινά, ἀναχώρησε γιά τό Ἅγιον Ὄρος, καί ἐγκαταστάθηκε ἀρχικά στή μονή Βατοπαιδίου ὅπου συνδέθηκε πνευματικά μέ τόν ὅσιο Σάββα τόν Βατοπαιδινό. Ἀργότερα κοινοβίασε στή Μεγίστη Λαύρα, ὅπου συνδέθηκε μέ τόν ἐκεῖ ἀσκούμενο ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ. Κατά τίς ἡσυχαστικές ἔριδες πού ἀπασχόλησαν τόν ἱερό Ἄθω κατά τόν 14ο αἰ., ὁ ἅγιος Φιλόθεος στήριξε τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ στούς ἀγῶνες του κατά τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν τοῦ Βαρλαάμ τοῦ Καλαβροῦ καί τῶν ὁμοϊδεατῶν του. Ἔτσι, τό 1341, ὡς ἁπλός Λαυριώτης ἱερομόναχος ὑπογράφει μαζί μέ ἄλλους Ἡσυχαστές τόν «Ἁγιορειτικό Τόμο». Τήν περίοδο 1340/42-1347 διετελεῖ ἡγούμενος τῆς Μεγίστης Λαύρας, διαδεχόμενος τόν Μακάριο πού ἐξελέγη μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Ἀπό τή θέση αὐτή προχειρίστηκε ἀπό τόν ἅγιο Ἰσίδωρο πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μητροπολίτης Ἡρακλείας τῆς  Θράκης[2], πού τότε ἦταν πρωτόθρονη ἀνάμεσα στίς μητροπόλεις τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριαρχείου. Γιά τόν λόγο αὐτό ἔφερε καί τόν τίτλο «Πρόεδρος τῶν ὑπερτίμων».
   Κατά τήν διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας τοῦ ἁγίου Φιλοθέου στήν Ἡράκλεια, Λατῖνοι ἐπιδρομεῖς κυρίευσαν τήν Θράκη καί αἰχμαλώτισαν πολλούς ἀπό τούς κατοίκους της. Ἄς δοῦμε πῶς ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Φιλόθεος περιγράφει τά δεινά τῶν κατοίκων τῆς πολύπαθης Θράκης στό Βίο τοῦ ἐπίσης Ἁγιορείτου ὁσίου Σάββα τοῦ Νέου τοῦ Βατοπαιδινοῦ, ὁ ὁποῖος ἀσκήθηκε στήν Ἡράκλεια τήν ἴδια ἐποχή:
   (Κώδ. Καυσοκαλυβίων 154, σ. 825) «Διότι κατά τούς χρόνους ἐκείνους οἱ ἀπό τῆς Σικελίας Λατίνοι ἐλθόντες ἐπί λόγῳ βοηθείας τοῦ βασιλέως Ῥωμαίων, καί ψευσθέντες εἰς τάς συνθήκας των, διέφθειραν πρῶτον καί ἠρήμωσαν αἰχμαλωτίσαντες τήν Θράκην, ἄλλας μέν πόλεις καί χώρας ἀφανίζοντες καί ἄλλας αἰχμαλωτίζοντες τούς κατοίκους καί κατηδάφηζον, ποιοῦντες αὐτάς μνημεῖα νεκρῶν ἀντί κατοικουμένας οἱ ἀπάνθρωποι, μηδόλως // (σ. 826) λυπούμενοι τούς χριστιανούς, ἀλλά φονεύοντες πᾶσαν ἡλικίαν· σφάζοντες νέους, γέροντας, παῖδας, γυναῖκας, πλουσίους καί πένητας· ἄλλους μέ ξίφος, ἄλλους εἰς τό πῦρ καί ἄλλους εἰς τό ὕδως πνίγοντες. Εἶτα λαβόντες συμμάχους καί τούς ἀσεβεῖς Τούρκους, ηὔξησαν περισσοτέρως τήν μανίαν τους, σπουδάζοντες αἰχμαλωτίσαι Μακεδονίαν, Θράκην καί Θετταλίαν».
   Εἰδικότερα, οἱ ἐπιδρομεῖς κατέλαβαν τό 1351 τήν πόλη τῆς Ἡρακλείας προκαλῶντας μεγάλες καταστροφές καί σφαγές ἀμάχων. Ἑκατοντάδες ἀπό τούς κατοίκους τῆς πόλης στάλθηκαν αἰχμάλωτοι στήν ἀποικία τῶν Γενοβέζων στόν Γαλατᾶ περιμένοντας τήν πώλησή τους στά σκλαβοπάζαρα. Κατά τήν στιγμή τῆς καταστροφῆς, ὁ ἅγιος Φιλόθεος ἀπουσίαζε ἀπό τήν Ἡράκλεια, εὑρισκόμενος στήν Κωνσταντινούπολη γιά τή Σύνοδο κατά τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκινδύνου. Μέ πολλές του προσπάθειες συγκέντρωσε χρήματα καί κατάφερε νά ἐλευθερώσει ὅλους τούς αἰχμαλώτους. Ἀκόμη καί οἱ Γενοβέζοι ἐντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ μέ τήν αὐτοθυσιαστική συμπεριφορά τοῦ Φιλοθέου, ὥστε ἀπέλυσαν πολλούς φτωχούς αἰχμαλώτους χωρίς νά πάρουν χρήματα[3]. Σύμφωνα μέ τόν Βίο του, ὁ Ἅγιος «ὠφέλησε πολύ εἰς τήν ἐλευθερίαν των (τῶν κατοίκων τῆς Ἡρακλείας), διότι ὡς καλός ποιμήν ἔβαλε τήν ψυχήν του εἰς θάνατον ὁ ἀοίδιμος, μή φοβηθείς τήν ὠμότητα τῶν Λατίνων, ὁπού κατ’ αὐτοῦ ἐλύσσων ὡς ὑπερασπιστήν ὄντα τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος» κατά τόν βιογράφο του[4]. Ἑπτά περίπου μῆνες μετά τή καταστροφή, καί μετά τήν ἀναχώρηση τῶν αἱμοσταγῶν ἐπιδρομέων, ὁ μητροπολίτης Ἡρακλείας Φιλόθεος ἐπέστρεφε μαζί μέ τό ἀπελευθερωμένο ποίμνιό του στήν πόλη, ἡ ὁποία ἔμμελε νά ἀνοικοδομηθεῖ. Ἐπίσης ἔκανε προσπάθεια νά συγκεντρώσει τούς διασκορπισμένους κατοίκους τῆς Ἡρακλείας, τούς ὁποίους παρηγόρησε καί ἐνίσχυσε πνευματικά, φροντίζοντας ταυτόχρονα νά ἀπαλλαχθοῦν ἀπό τούς βασιλικούς φόρους. Τό ἴδιο ἔπραξε καί γιά τούς κατοίκους τῆς Σωζοπόλεως, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὑποστεῖ παρόμοιες καταστροφές. Ἀργότερα, κι ἐνῶ ἦταν ἤδη πατριάρχης, ἐκφράζοντας τό συνεχές του ἐνδιαφέρον γιά τόν ἀγαπημένο του λαό τῆς Ἡρακλείας πού ἐξακολουθοῦσε ἐν πολλοῖς νά ἦταν διασκορπισμένος, ἔγραψε πρός αὐτόν παρηγορητική ἐπιστολή[5]. Σ’ αὐτήν ἀπέδιδε ὅλες τίς συμφορές πού εἶχαν βρεῖ τούς Ἡρακλειώτες καθώς καί τίς ἀπώλειες λοιπῶν πόλεων καί ἐπαρχιῶν στίς ἀνομίες τοῦ λαοῦ καί τέλειωνε μέ τήν εὐχή καί τήν ἐλπίδα ὅτι μέ τή μετάνοιά τους καί τή βοήθεια τοῦ φιλανθρώπου Κυρίου θά μποροῦσαν νά ἐπανέλθουν στήν πατρίδα τους[6]. Μάλιστα, κατά τή διάρκεια Ὁμιλίας[7] του ὡς πατριάρχης, ἐξαίρει, ἀνάμεσά στά ἄλλα καλά τους, τήν φιλάνθρωπη διάθεση τῶν Κωνσταντινουπολιτῶν, ἀναπολῶντας τήν οὐσιαστική βοήθεια πού προσέφεραν στούς αἰχμάλωτους κατοίκους τῆς Ἡρακλείας, ἀφοῦ μέ τήν οἰκονομική τους συνδρομή πολλοί ἀπ’ αὐτούς ἐπανέκτησαν τήν ἐλευθερία τους.
     Τήν ἴδια ἐποχή ὁ Ἰωάννης Καντακουζηνός ἀναγορεύεται αὐτοκράτορας στό Διδυμότειχο. Ἀλλά ἀργότερα κι ἐνῶ ὁ Καντακουζηνός εἶχε λογισμό νά μεταβεῖ στήν Ἡράκλεια καί νά καρεῖ μοναχός ἀπό τόν ἅγιο Φιλόθεο, συνέβη τελικά κάτι τελείως διαφορετικό: ὁ αὐτοκράτορας κάλεσε τόν ἅγιο Φιλόθεο ὡς πατριάρχη στήν Κωνσταντινούπολη. Στή θέση αὐτή ὅμως ὁ ἅγιος Φιλόθεος παρέμεινε μόνο γιά λίγο, ἀφοῦ ἀκολουθῶντας τίς πολιτειακές ἀλλαγές ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό θρόνο του καί ἐπέστρεψε στήν ἀγαπημένη του ἀθωνική ἡσυχία. Ἀργότερα ὅμως μέ τή συναίνεση τοῦ πατριάρχη Καλλίστου Α΄ ἀνέκτησε καί πάλι τή μητροπολιτική τοῦ ἕδρα στήν Ἡράκλεια[8]. Μετά τό θάνατο τοῦ πατριάρχη Καλλίστου ὁ ἅγιος Φιλόθεος ἐπανέρχεται τό 1364 στόν πατριαρχικό θρόνο. Κατά τήν δεύτερη πατριαρχεία του ὁ ἅγιος Φιλόθεος συνδύασε τήν ποιμαντική μέριμνα καί διακονία πρός τό λαό μέ τήν ἡσυχαστική μοναχική ζωή, τήν ταπείνωση μέ τίς ὑψηλές θεολογικές του γνώσεις καί τήν ρητορική δεινότητα. Συνέγραψε πλῆθος θεολογικῶν, ἀντιρρητικῶν, ἀπολογητικῶν καί ἁγιολογικῶν ἔργων. Ἐκοιμήθη τό 1379. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στίς 11 Ὀκτωβρίου.  

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

ΟΙ ΟΜΟΒΡΟΝΤΙΕΣ του Καθηγουμένου της Ι.Μ. Δοχειαρίου Γέροντα Γρηγορίου

ΟΙ ΟΜΟΒΡΟΝΤΙΕΣ  


πὸ παλιὰ χρόνια ὑπῆρχε μιὰ μυστικὴ ἀντίθεση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ Ἅγιον Ὄρος (καὶ ὄχι μόνο). Τὸ ἅγιο αὐτὸ βουνὸ μὲ διάφορους τρόπους ἀπωθεῖται καὶ ἐπισκιάζεται, ὅσο γίνεται περισσότερο, ἀπὸ τὸ κλίμα τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ οἱ σλαυϊκοὶ λαοὶ τὸ ὑπερυψώνουν, τὸ εὐλαβοῦνται, τὸ θεωροῦν τὸ δεύτερο μεγάλο προσκύνημα μετὰ τὰ Ἱεροσόλυμα. Ρίξε-ρίξε μαυροσέντονα, κοντεύει νὰ μὴ φαίνεται, ἐνῶ οἱ περισσότεροι διαβιοῦντες καὶ διακονοῦντες τὸν ἱερὸ αὐτὸν τόπο εἶναι γεννήματα καὶ θρέμματα τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ πιὰ οἱ σκλαβωμένες πατρίδες δὲν ἔχουν δυναμικὸ νὰ προσφέρουν.

Ὅλοι οἱ μοναχοὶ τοῦ Ὄρους εἶναι προσφορὰ τῶν Γεροντάδων ποὺ ἐργάζονται στὸν ἀμπελῶνα τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας, κι ἐμεῖς μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ σεβασμὸ πολὺ τοὺς δεχόμαστε, τοὺς φιλοξενοῦμε καὶ τὸ πρῶτο ποὺ τοὺς ἀναθέτουμε εἶναι νὰ λειτουργήσουν, εἴτε μόνοι τους εἴτε μαζί μας. Γιατί λοιπὸν νὰ δημιουργηθοῦνε τόσο μεγάλες ἀποστάσεις μεταξὺ Ὄρους καὶ Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας; Εἴμαστε ἀπὸ τὴν ἴδια Ἐκκλησία, ἀπὸ τὸ ἴδιο Ἔθνος, καὶ τὸ καύχημα τοῦ Γένους καὶ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ ἱερὸ αὐτὸ βουνό. Γιατί θεωρούμαστε ξένοι καὶ ἐπήλυδες; Ποιός ἀπὸ τὸ Ὄρος δὲν ἱερουργεῖ, δὲν ἐξομολογεῖ, δὲν ὁμιλεῖ κατόπιν προσκλήσεως τοῦ ἐπιχωρίου ἐπισκόπου; Αὐτὴ ἡ Ἐγκύκλιος πιστεύω ὅτι εἶναι μιὰ ἀπερίσκεπτη ἐνέργεια κι ἕνας κανονιοβολισμὸς ὁμοβροντίας στοῦ Ἁγίου Ὄρους τὰ σκηνώματα.



Ἐπειδὴ θεωρῶ μάννα μου τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ρίχνω τοὺς τόνους καὶ παρακαλῶ ἀναθεώρηση τῆς Ἐγκυκλίου. Καθίσατε νὰ λογαριάσετε πόση βοήθεια δέχεται ἡ ἐνορία ἀπὸ τοῦ Ὄρους τὴν μυστικὴ ἐργασία; Πόσοι ἐνορίτες βρίσκουν τὸν Χριστὸ ἀπὸ τοὺς Ἁγιορεῖτες πατέρες; Γιατί αὐτὸ τὸ ἔργο προσπαθεῖτε νὰ τὸ ἐξοβελίσετε καὶ νὰ τὸ ἀμαυρώσετε; Τί συμβουλεύουμε τοὺς πιστοὺς ποὺ προσέρχονται; Δὲν προσπαθοῦμε νὰ τοὺς ἐπισυνάγουμε καὶ νὰ τοὺς συμπάλλουμε στὴν ἐνορία; Πόσοι ἐπίσκοποι καὶ μητροπολίτες δὲν ἰχνηλατοῦν τὰ μονοπάτια καὶ τὶς ὁδοὺς ποὺ διανοίγει ἡ ἁγιορείτικη ἀγρυπνία καὶ λατρεία; Μπορεῖ νὰ ζοῦμε στὸ Ὄρος, ἀλλὰ εἴμαστε προσεκτικοὶ οἰκοδόμοι τῆς ἐνορίας. Συνεχῶς λαξεύουμε πέτρες καὶ δομοῦμε τὴν Ἐκκλησία ἔξω στὸν κόσμο. Πόσες οἰκογένειες ἐνδιατρίβουν στὶς συμβουλὲς τῶν Ἁγιορειτῶν καὶ σώζεται ἡ οἰκογένεια ἀπὸ τὸν διασκορπισμὸ καὶ τὸ ναυάγιο;

Ἁγία Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, εἶναι πολὺ κακὸ νὰ διαγράψετε ἀπὸ τὸν χάρτη σας τὸ Ἁγιώνυμον Ὄρος. Σκάφες εἴμαστε καὶ διασώζουμε πιστοὺς καὶ σᾶς τοὺς ναυτολογοῦμε στὸ καράβι ποὺ κυβερνᾶ κάθε ἐπίσκοπος.

Ὁ μοναχισμὸς εἶναι τὸ δυναμικὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Οὔτε ἡ ἐν τῷ κόσμῳ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ζήση χωρὶς μοναχούς, οὔτε καὶ οἱ μοναχοὶ χωρὶς τὴν Ἐκκλησία. Οὓς ὁ Θεὸς συνέζευξεν ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω. Αὐτοὶ οἱ δύο θεσμοὶ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένοι καὶ ὅποιος προσπαθήση νὰ τοὺς σπάση, ὀργὴ Θεοῦ θὰ τὸν εὕρη. Πόσους Ἁγίους ἔδωσε στὴν Ἐκκλησία τὸ μοναχικὸ τριβώνιο καὶ πόσο οἱ διηνεκεῖς αὐτοὶ μάρτυρες τῇ συνειδήσει βοήθησαν τὴν Ἐκκλησία σὲ δύσκολες δογματικὲς ἐπαναστάσεις καὶ αἱρέσεις; Διῶξτε τοὺς μοναχούς, ἐπίσκοποι, ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τότε θὰ δῆτε τὶ θὰ σᾶς μείνη. Τότε θὰ δῆτε φτώχεια καὶ πενία πνευματικὴ στοὺς κόλπους σας. Οὔτε ὁ μοναχισμὸς πάνω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλ᾽ οὔτε καὶ ἡ Ἐκκλησία ψυχρὴ καὶ ἀδιάφορη γι᾽ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν στὰ ὄρη καὶ τὶς ὀπὲς τῆς γῆς. Τὸ ἀντίβαρο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ μοναχοί. Κι ὁ πιὸ ράθυμος καὶ πιὸ ἀδιάφορος θὰ πῆ προσευχὲς καὶ θὰ ἀναπέμψη παρακλήσεις καὶ δεήσεις ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Στολίδια εἶναι τὰ μοναστήρια γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἄγκυρες ἐλπίδας σωτηρίας. Οἱ καμπάνες τῶν Μονῶν ἠχομαχοῦνε μέρα-νύχτα καὶ εὔχονται γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ σύμπαντος κόσμου. Μπορεῖ ὁ ἐπίσκοπος κι ὁ ἐφημέριος, μέσα στοὺς μεγάλους τους περισπασμούς, νὰ μὴ μποροῦν νὰ οἰκονομήσουν τὸ εἰκοσιτετράωρο στιγμὲς προσευχῆς, ἀλλ᾽ ὁ μοναχὸς γυρίζει τὸ κομποσχοίνι στὸ χέρι του κι ἐπικαλεῖται τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἐπὶ πᾶσαν τὴν κτίσιν.

Μᾶλλον τὸ ἀντίθετο πρέπει νὰ γίνεται: ὁ ἀπροσδόκητα εὑρισκόμενος στὸν κόσμο μοναχὸς νὰ παίζη τὴν λύρα τοῦ Θεοῦ, γιατὶ μέχρι ποὺ νὰ ἔρθη ἡ ἄδεια, οἱ χορδὲς αὐτοῦ τοῦ πνευματικοῦ ὀργάνου θὰ χαλαρώσουν. Ἐμπνεύσετε τοὺς μοναχοὺς νὰ εἶναι συνεργάτες σας καὶ ἄμισθοι ἐργάτες σας στὸν μυστικὸ ἀμπελῶνα. Ὁ μοναχὸς εἶναι ἄμισθος ἐργάτης. Μ᾽ ἕνα ξερὸ παξιμάδι καὶ μὲ δυὸ πικρὲς ἐλιὲς σκαπανεύει τὸ ἀμπέλι τοῦ Θεοῦ μέρα-νύχτα.



Βρῆκα στὰ Δολιανὰ τῆς Εὐρυτανίας ἕνα μπαρμπ᾽-Ἀναστάση, ποὺ χρόνια κρατοῦσε τὸ ἀναλόγιο τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ του.

– Πόθεν διδάχθηκες τὴν λατρευτικὴ ζωή;

– Ἀπὸ ἕνα μοναχὸ ποὺ διάβηκε στὸ χωριό μου στὰ μικρά μου χρόνια.

– Πόθεν, παπᾶ, ἔμαθες νὰ λειτουργῆς;

– Ἀπὸ ἕνα περαστικὸ ἱερομόναχο.

– Πόθεν, κυρα-Ζαχαρώ, ἔμαθες νὰ κρατᾶς στὸ σπίτι σου τὴν ἀκοίμητη εἰκοσιτετράωρη ἀκολουθία;

– Ἀπὸ ἕνα καλόγερο.

Ἀπ᾽ ὅπου πέρασαν οἱ ἀφανεῖς αὐτοὶ καλόγεροι ἔβαλαν θεμέλια γερὰ καὶ στὴν ἐνορία καὶ στὴν κατ᾽ οἶκον ἐκκλησία.

Ἐπίσκοποί μου, τρῶτε μουσκεμένο ψωμί, ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔβαλαν στὸ νερὸ οἱ μοναχοί. Μὴ κλείνετε, σᾶς παρακαλῶ, τὶς πηγὲς ποὺ ἀρδεύουν τοὺς κήπους σας. Μὴ σκοτώνετε τοὺς ζωντανοὺς δασκάλους τοῦ Γένους καὶ τῆς πίστης. Ἀπὸ καμμιὰ ἐνορία καὶ μητρόπολη νὰ μὴν ἐκλείψη τὸ μοναχικὸ τριβώνιο. Ἡ ἀγρυπνιούλα τοῦ μοναχοῦ, ἡ μυστικὴ προσευχή, κάνει τὰ νερὰ τῆς Ἐκκλησίας κρυστάλλινα καὶ διαυγῆ. Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ὑψώσουμε τὶς καρδιές μας, ἀλλὰ νὰ τὶς ταπεινώσουμε καὶ ἀφανεῖς νὰ γίνουμε, κεκρυμμένοι καὶ πορευόμενοι στοὺς ἴσκιους τῶν μοναχῶν. Ἐπίσκοπέ μου, μοναχικὰ ἐνδύματα φέρεις. Τὸ κουκούλι, ὁ μανδύας, ἡ ράβδος καὶ ἡ βακτηρία, τῆς ἐρήμου εἶναι ἐμβλήματα.

Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ὑπάρχουν καὶ οἱ ἀσύδοτοι, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι αὐτοὶ θὰ βλάψουν ὀλιγώτερο τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ βάλουν φίμωτρα στὶς αἴσιες φωνὲς τῶν μοναχῶν. Ἐμεῖς μοναχοὶ εἴμαστε καὶ ἕτοιμοι εἴμαστε καὶ τὸ ράπισμα νὰ δεχθοῦμε καὶ τὸ λάκτισμα. Ἀλλὰ ὁ κακός τους ἀντίλαλος θὰ ἀπηχήση στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν.

Ἐξηγοῦμαι, γιὰ νὰ μὴ μὲ θεωρήσετε ὅτι λαχταρῶ τὶς ἐμφανίσεις στὸν κόσμο: Δὲν ἐξῆλθα ποτὲ τοῦ Ὄρους, οὔτε γιὰ παρουσιάσεις οὔτε γιὰ συνέδρια οὔτε γιὰ ὁμιλίες. Ζῶ στὴν σκιὰ τοῦ μοναστηριοῦ μου καί, παρὰ τὶς παρακλήσεις γνωστῶν καὶ ἀγνώστων ἐπισκόπων, προτίμησα νὰ εἶμαι στοιχειὸ στὸ μοναστήρι μου παρὰ στὸν κόσμο, γιατὶ ζώντας μέσα στὴν Ἐκκλησία, εἶδα ὅτι ἡ ἀχλάδα ἔχει οὐρά. Προτιμῶ νὰ ζῶ στὸν ἴσκιο μου, παρὰ σὲ μεγαλειώδεις αἴθουσες, γιατὶ πιστεύω πὼς οἱ φιέστες μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι σημεῖο τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου. Θὲς νερό; Πρόσελθε στὴν πηγὴ ποὺ καλλιεργῶ ἐπὶ τόσα χρόνια, νὰ γεμίσης τὶς χοῦφτες σου καὶ νὰ δροσίσης τὰ σωθικά σου.

Ἀκούω πολλὲς φιέστες γίνονται καὶ θὰ γίνωνται στὴν Ἐκκλησία γιὰ πρόσωπα καὶ γιὰ πράγματα. Κανεὶς δὲν ἀναλογίζεται σὲ πόσους ἀφήνουν αὐτὲς οἱ ἐκδηλώσεις κακοὺς λογισμοὺς καὶ ἐπάρατες σκέψεις. Τὸ βαρέλι, γιὰ νὰ μᾶς δώση καλὸ κρασί, πρέπει νὰ τὸ κάψουμε. Αὐτοὶ ποὺ προβάλλονται, ποιός τοὺς ἔκαψε τὸ βαρέλι; Πιάστε, κάψτε το καὶ μὲ τὴν ξύστρα περάστε το καὶ δέστε μὲ ἀληθινότητα τὶ θὰ σᾶς μείνη στὰ χέρια. Μὲ σοφία νὰ περπατήσουμε, μὲ σεμνότητα νὰ ζήσουμε καὶ μὲ ἁγιωσύνη καὶ φόβο Θεοῦ νὰ κατεργασθοῦμε ἕκαστος τὴν σωτηρία του. Προσέχετε, μοναχοὶ καὶ ἐπίσκοποι, αὐτὰ ποὺ προβάλλετε νὰ ἔχουν ἀντίκρυσμα, γιατὶ… ἀλλοίμονο. Ἀφῆστε ἐπιτέλους τὸν Θεό, σὰν τὸν πιὸ ἀληθινὸ Ἰατρό, νὰ κάνη τὴν διάγνωση (νὰ μᾶς πῆ ποιὸς εἶναι δίκαιος καὶ ποιὸς εἶναι ἅγιος) καὶ μὴ τὸν πυροβολῆτε μὲ δικές σας συμπάθειες καὶ ὀρέξεις. Ἡ συμπόρευση μᾶς ὁδηγεῖ ὅλους στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Πολλὰ θὰ ἤθελα νὰ ἐπισημάνω σ᾽ αὐτὸ τὸ ἄρθρο, ἀλλ᾽ ἂς μαζέψω τὴν πέννα μου, γιατὶ μπορεῖ νὰ κάνη καὶ μουτζοῦρες σ᾽ αὐτὸ τὸ δύσκολο κείμενο.

Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης
(1 Οκτ 2017 )

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Αρχισαν να ξεβγαίνουν απο την θήκη τα κρυμμένα Αγιορείτικα μαχαίρια.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ  κ. ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΗΘΟΥΣ, Β΄ ΕΚΔΟΣΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ, ΕΚΔ. ΓΡΗΓΟΡΗ, ΑΘΗΝΑ 1979
Σεπτέμβριος 2017
Μέ τήν εὐλογία τοῦ Γέροντός μας, διαβάσαμε τό ὡς ἄνω βιβλίο, ἔχοντας ὑπ’ὄψιν μας καί ἄλλα συγγράμματα τοῦ ἰδίου συγγραφέως. Διαπιστώσαμε πώς τό πνεῦμα καί ἡ κατεύθυνση τῆς θεολογίας του εἶχαν φιλοσοφική, ἀνθρωποκεντρική ὑποδομή. Ἄλλαξε μόνο τό σχῆμα, ὄχι τήν πνευματική του πορεία, δυστυχῶς, ὁ κ. Γιανναρᾶς, παρ’ὅλη τήν εὐγενική του προσπάθεια νά βελτιωθεῖ. Ἐκεῖνο, πού χρειαζόμαστε ὅλοι, εἶναι ἡ ταπείνωση καί τό ἔλεος τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ.

1)        Στήν σελίδα 24, γράφει : «Τί εἶναι τό εἶναι; Τί σημαίνει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος…».
Ἡ ἐρώτηση αὐτή ἀπασχόλησε τούς ἀρχαίους Ἕλληνες φιλοσόφους, ἰδίως τόν Ἀριστοτέλη, ὁ ὁποῖος ἔλεγε, μᾶλλον ρωτοῦσε : «Τί ἐστί τό ἐστί»; δηλαδή ποιά εἶναι ἡ οὐσία τοῦ εἶναι, τῆς ζωῆς, τοῦ Θεοῦ, τοῦ κόσμου; Ἤθελαν νά ἑρμηνεύσουν τό Μυστήριο τοῦ Θεοῦ καί νά τό προσδιορίσουν λογικά, ἀνθρώπινα, μονοδιάστατα. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν ὅτι κατέθεσαν ἀπό μία θεωρία ὁ καθένας ἐντελῶς ἰδιωτική, ἀτομική, διάφορη ἀπό τίς θεωρίες τῶν ἄλλων, μάλιστα ἀλληλοσυγκρουόμενες (βλ. Ἠσίοδο, Θαλῆ Μιλήσιο, Πλάτωνα, Ἀναξαγόρα κλπ). Τό ἴδιο κατορθώνει καί ὁ κ. Γιανναρᾶς, βασιζόμενος στήν ἴδια ἐρώτηση τῶν ἀρχαίων καί στήν μέθοδο τοῦ φιλοσοφικοῦ, ἐπαγωγικοῦ συλλογισμοῦ. Ἔχει ὡς ἀφετηρία τόν ἄνθρωπο τῆς μεταπτωτικῆς καταστάσεως καί ἐπάγεται, ἀνάγεται στόν Θεό, περιπλανώμενος, φιλοσοφῶντας.
2)        Πιό κάτω διαβάζουμε στίς σελίδες 25-26 : «Δέν εἶναι ἡ Οὐσία ἤ ἡ Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, πού συνιστᾶ τό Εἶναι, ἀλλά ὁ προσωπικός τρόπος τῆς Ὕπαρξής Του : Ὁ Θεός ὡς Πρόσωπο εἶναι ἡ Ὑπόσταση τοῦ Εἶναι».
Προσδιορίζει, λοιπόν, ὁ κ. Γιανναρᾶς τό Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, τήν οὐσία καί τήν ἐνέργειά Του ὡς τρόπο ὑπάρξεως, ὡς σχέση δηλαδή. Εἰσάγει ἐδῶ τήν θεωρία τῆς σχετικότητος, τῆς ἀμφισβητήσεως δηλαδήπρῶτον, τοῦ Μυστηρίου τοῦ Θεοῦ, δεύτερον, τῆς διακρίσεως θείας ἀκτίστου οὐσίας καί θείας ἀκτίστου ἐνεργείας ἐν τῷ Θεῷ, καί τρίτον, τῆς ὑπεροντολογικῆς καταστάσεως τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ἐρωτοῦμε : Πρῶτον. Προϋπῆρχε ἀχρόνως καί ἀγαπητικῶς ἡ οὐσία ἤ τό Πρόσωπο; Ποιός γνωρίζει;Δεύτερον. Εἶναι δυνατόν, ἐπιτρεπτόν νά μιλοῦμε καί νά ἐκθέτουμε κάτι, πού δέν ἔχουμε βιωματικά πάθει ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι; Καί τρίτον. Ἡ διανοητική προσέγγιση τοῦ Μυστηρίου τῆς ζωῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀρκεῖ, σώζει, πείθει; Ἤ συχνά ὁδηγεῖ στήν πλάνη;
3)        Μετά ἀπό μιά σειρά συλλογισμῶν καταλήγει στό συμπέρασμα ὅτι «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί (Α΄ Ἰω. 4, 16)». (σελ. 27).
Κατάφερε τελικά νά μᾶς πεῖ ὅτι ὁ Θεός εἶναι καταληπτός ἀπό τούς ἀνθρώπους τελείως. Κι ἀφοῦ τό ἀνθρώπινο μυαλό ἀκόμη καί τί εἶναι ὁ Θεός καταλαβαίνει, τότε τί πιό ἀνώτερο ἀπ’αὐτό ὑπάρχει; Μήπως ἡ ἔννοια ἤ τό εἶναι τοῦ Θεοῦ κατασκευάσθηκε ἀπό τόν ἄνθρωπο ἤ ἀντιστρόφως; Ὁ                              κ. Γιανναρᾶς δέν μᾶς τό διευκρινίζει.
Ἐμεῖς πάντως δεχόμαστε, ἀκολουθῶντας τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τήν διάκριση οὐσίας καί ἐνεργείας ἐν τῷ Θεῷ, θείων καί ἀκτίστων ἀμφοτέρων. Προσιτές σ’ἐμᾶς εἶναι μόνο οἱ θεῖες ἄκτιστες ἐνέργειες τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τίς ἀντιλαμβανόμαστε ὑπαρξιακά ὡς ἀγάπη. Παραμένει, ὅμως, ἀπρόσιτη, ἀμέθεκτη, ἀκοινώνητη ἡ οὐσία τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, τά ὁποία ἐκπέμπουν ὁμοῦ, ἀποστέλλουν κατά ἀπόρρητο καί μυστικό τρόπο τίς θεῖες ἐνέργειες στήν δημιουργία, στήν κτίση.
Ἑπομένως, ὁ Θεός εἶναι μέν ἀγάπη, ἀλλά καί δέν εἶναι ἀγάπη. Δέν εἶναιδέν ζεῖ, ὅπως εἴμαστε, ὅπως ζοῦμε ἐμεῖς. Ἡ σχέση, ἡ ἀλληλοπεριχώρηση τῶν θείων Προσώπων, ἡ ἀχρονικότητα, ἡ ἀϊδιότητα, ἡ ἀτρεπτικότητα λειτουργοῦν κατά μυστικό, ἄρρητο τρόπο. Ὀ Θεός, λοιπόν, (σελ. 26) εἶναι μία θεία φύση ἐν τρισίν ὑποστάσεσιν. Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Εἶναι τά τρία αὐτά θεία Πρόσωπα τῆς μιᾶς Θεότητος ὁμότιμα, ὁμόθρονα, ὁμοούσια, ὁμοκυρίαρχα, ὁμοζωοποιοῦντα, συμπροσκυνούμενα καί συνδοξαζόμενα.
 Δυστυχῶς, ἐδῶ ὁ κ. Γιανναρᾶς εἰσάγει τόν Παπισμό μέσα στήν Ἁγία Τριάδα, γιά νά περισώσει, νοητικά ἀγωνιζόμενος, τήν Μοναδικότητα τοῦ Θεοῦ. Τί εἶναι Παπισμός ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι[1]; Ὑπερτονισμός τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ Πατρός ὡς ἀρχῆς καί πηγῆς τῆς Θεότητος ἔναντι τῶν δύο ἄλλων Προσώπων, τοῦ γεννητοῦ Υἱοῦ καί τοῦ προβαλλομένου ἐκ τοῦ Πατρός δι’Υἱοῦ (= ἐκ τοῦ Υἱοῦ) Ἁγίου Πνεύματος. Τά δύο Πρόσωπα, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι μέν Θεοί, ἀλλά πάντοτε κατωτέρας ποιότητος καί δυνάμεως. Ἡ Ὀρθόδοξη Τριαδολογία ἔχει ἤδη ἐκτεθεῖ. Παραμένει τώρα νά δοῦμε τίς συνέπειες τῆς παπικῆς μοναρχίας ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι. Ἄν, λοιπόν, τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἶναι κατώτερο τοῦ Υἱοῦ, ὅπως ὁ Υἱός κατώτερος τοῦ Πατρός, γιατί νά μήν προβάλλει κι αὐτό μιά καινούργια Θεότητα, τέταρτη στή σειρά, κατώτερη βέβαια ἀπό τίς τρεῖς προηγούμενες, καί ἑξῆς; Πρώτη συνέπεια, λοιπόν, εἶναι ἡ κατάργηση τῆς Τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ. Κι ἄν ἡ παραγωγή θεῶν, κατωτέρας ποιότητος βέβαια, συνεχισθεῖ, θά καταλήξουμε στόν μηδενισμό τῶν θεῶν αὐτῶν, ἀλλά καί τῆς κτίσεως. Δεύτερη συνέπεια εἶναι ἡ ἀθεΐα, ὁ ἀναρχισμός καί ὁ μηδενισμός Θεοῦ καί ἀνθρώπου.
4)        Ἐρωτοῦμε : Πρῶτον. Ποιά ἀπό τίς δύο ἐρωτήσεις εἶναι ὀρθή; Τί εἶναι ὁ Θεός; Ἤ, ποιός εἶναι ὁ Θεός; Δεύτερον. Ποιές εἶναι οἱ προϋποθέσεις τῆς ὀρθοδόξου κατανοήσεως τῆς θεολογίας τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας; Καί τρίτον. Ποιά εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ;
Οἱ ἐρωτήσεις αὐτές ἀπασχόλησαν κυρίως τούς Δυτικούς θεολόγους, κυρίως τόν θεμελιωτή τοῦ Παπισμοῦ Θωμᾶ Ἀκινᾶτη, ὁ ὁποῖος ταύτισε τήν θεία οὐσία μέ τήν θεία ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ : «Ἡ οὐσία εἶναι καθαρή ἐνέργεια». Ἡ μονομερής αὐτή ταύτιση ἔχει ὡς συνέπεια, ἄν ὁ ἄνθρωπος ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό, νά κάνει τόν ἄνθρωπο ὁμοούσιο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἐπιστρέφουμε στήν εἰδωλολατρική πολυθεΐα τῆς ἀρχαιότητος. Ἄν πάλι ποῦμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀπρόσιτος, ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό. Τότε δημιουργεῖται χάσμα ἀδιάβατον (ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς) μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, Θεοῦ καί κτίσεως. Ἐπίσης, ἡ ταύτιση αὐτή φανερώνει πώς ὁ Θεός εἶναι ἤ ἀνήμπορος νά συνέχει καί νά προνοεῖ γιά τόν κόσμο ἤ εἶναι ἐγωϊστής, διότι δέν μᾶς ἐπισκέπτεται. Μᾶς ἔπλασε καί μᾶς ἐγκατέλειψε στήν τύχη μας.
Ἡ διανοητική, λοιπόν, προσπάθεια ἑρμηνείας τοῦ Μυστηρίου ὁδήγησε τούς θεολόγους τῆς Δύσεως στήν ἄρνηση τῆς Τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ, στήν πολυθεΐα τῶν εἰδώλων, στόν ἀνθρωπισμό καί στόν μηδενισμό[2]. Τά ἴδια ἔπαθε καί ὁ κ. Γιανναρᾶς.
Προσπαθεῖ ἐναγωνίως νά κατανοήσει, φιλοσοφῶντας λογικά, νοησιαρχικά, τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά τήν διακρίνει ἀπό τίς θεῖες ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ ὄντως Ὄντος (Ἐγώ εἰμί ὁ Ὤν).
Δέν μποροῦμε νά ἑρμηνεύσουμε ἀποσπασματικά τούς νηπτικούς ἡσυχαστές Πατέρες, ἀνάλογα μέ τέν ἐπιχειρηματολογία[3] μας, παρά μόνο ἄν ἐντάξουμε τά κείμενά τους καί τόν ἑαυτό μας μέσα στό ὅλο ἀγωνιστικό, ἀσυμβίβαστο πρός τό κοσμικό φρόνημα, ἀσκητικό - μοναχικό πλέγμα, πού λέγεται ἡσυχασμός, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τό κέντρο τῆς μοναδικῆς πολιτείας, πού εἶναι τό φῶς τῆς κοσμικῆς πολιτείας[4].
Ἴσως ὁ κ. Γιανναρᾶς νά ἀναθεώρησε τό κείμενό του, ὅπως καί νά τό ἐμπλούτισε μέ πατερικές καί σύγχρονες παραπομπές. Ὁ τρόπος σκέψεως καί διαλογισμοῦ του παραμένει ἀφόρητα καί προκλητικά δυτικός. Ἐγωϊστικά κλεισμένος μέσα σέ μιά ρητορική δεινότητα καί ἐπιχειρῶντας μιά ἐπικίνδυνη καί πολλές φορές ἄστοχη ταυτολογία, ἰσοπεδώνει τόν Θεό καί τόν κατεβάζει στό νοητικό πεπερασμένο πεδίο τοῦ ἀνθρώπου. «Οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τό εὖ…». Ἄν ἐπιθυμεῖ νά ἀποκτήσει ὁ κ. Γιανναρᾶς τήν ἐλευθερία τοῦ ἤθους τῆς Ἐκκλησίας, τήν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ἄς τήν άναζητήσει στήν πιστή ἐφαρμογή τῶν Εὐαγγελικῶν ἐντολῶν. Κυρίως συνιστοῦμε τήν ἀνάγνωση καί ἑρμηνεία τῶν Μακαρισμῶν[5], ὅπως οἱ Ἅγιοι Ἰωάννης Χρυσόστομος καί Γρηγόριος Παλαμᾶς θεοπνεύστως τούς ἑρμήνευσαν.
Ἡ πράξη ἀνάγει στήν θεωρία. «Πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασις» (ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος). Ἡ παραμέρηση τῆς πράξεως καί ἡ ἱερόσυλη εἰσαγωγή, χωρίς ταπείνωση καί ἀγάπη, στόν χῶρο καί χρόνο, στήν θεωρία τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς θεολογίας, μαρτυρεῖ ἀδόκιμο νοῦ, ἀσέβεια πρός τό Ἅγιον Πνεῦμα. «Οὗ δέ τό Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία»[6]. Μέ δυό λόγια, ὁ   κ. Γιανναρᾶς ἀρνεῖται τήν ἀπειρόκαλλη ἐλευθερία τόσο τοῦ Θεοῦ, ὅσο καί τοῦ κατ’εἰκόνα Θεοῦ πλασμένου ἀνθρώπου. Θέλει νά θεολογεῖ, φιλοσοφῶντας περί Θεοῦ, χωρίς νοῦς καί καρδιά νἆναι ἑνωμένα ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀναλοιώτως μέ τήν θεανθρώπινη ὑπαρκτική, μυστηριακή κατά πάντα πραγματικότητα : τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Δέν ἀρκεῖ νά εἴμαστε βαπτισμένοι. Ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού χορηγεῖται κατά τό Μυστήριο τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, μένει ἀνενέργητη, ὅταν τήν ἐμποδίζουμε νά ἐνεργήσει μέσα μας τά ἔργα ἁγιότητος, πού μόνο Αὐτή γνωρίζει[7].
5) Στή συνέχεια ἀναφέρει : «… ἀγάπης ἐλεύθερης ἀπό κάθε προκαθορισμό» (σελ. 30). «… Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ κατ’ἐξοχήν ὁδός γιά τήν γνώση τοῦ προσώπου, ἐπειδή εἶναι κατόρθωμα καθολικῆς ἀποδοχῆς τοῦ ἄλλου» (σελ. 34). «… Γι’αὐτό καί ἡ γνώση τῆς ἑτερότητος τοῦ προσώπου ὁλοκληρώνεται τελικά στήν ἐρωτική αὐθυπέρβαση καί αὐτοπροσφορά καί γι’αὐτό ὁ ἔρως στήν βιβλική γλῶσσα ταυτίζεται μέ τήν γνώση τοῦ προσώπου» (σελ. 34).
Ὁ κ. Γιανναρᾶς μᾶς προσφέρει τώρα τόν καρπό τῶν φιλοσοφικῶν του ἀναβάσεων. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἐλεύθερη ἀπό προκαθορισμούς, λέει, ἀλλά δέν διασαφηνίζει ἀκριβῶς καί συγκεκριμμένως τό εἶδος καί τήν ποιότητα τῆς ἀγάπης αὐτῆς. Μετά μᾶς ὁρίζει πώς ἡ ἀγάπη εἶναι μοναδική ὁδός γνώσεως τοῦ προσώπου, ἐπειδή εἶναι κατόρθωμα καθολικῆς ἀποδοχῆς τοῦ ἄλλου[8]. Ποιά ἀγάπη ἐννοεῖ ἐδῶ; Ποιοῦ προσώπου τήν γνώση ἐπιδιώκει; Τί εἴδους γνώση εἶναι αὐτή; Καί ποιοῦ κατόρθωμα εἶναι ἡ ἀγάπη; Τοῦ Θεοῦ μόνο ἤ τοῦ ἀνθρώπου; Μήπως δέν εἶναι κατόρθωμα, ἀλλά ἄνωθεν χάρισμα στούς ἀγωνιζομένους πιστούς, ὅταν τελειώσουν τήν κάθαρση τοῦ ἑαυτοῦ τους ἀπό τά ψεκτά πάθη; Ἤ ἆραγε ἐννοεῖ τόν σαρκικό πεπτωκότα ἔρωτα, πού μόνο ὅταν ἐκκλησιαστικοποιηθεῖ, εἴτε διά τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου, εἴτε διά τοῦ Μυστηρίου τῆς μοναχικῆς κουρᾶς, ἐπαναπροσανατολίζεται στή σωστή φορά του, δηλαδή πρός τόν ἐρωμένο Θεό;
Ἀπό τά συμφραζόμενα καί τά ἐπίλοιπα λεγόμενα συνάγεται τό συμπέρασμα ὅτι ὁ κ. Γιανναρᾶς ὑποστηρίζει τόν ἔρωτα τῶν ψυχῶν, πού γίνεται διά μέσου τῶν σωμάτων. Τά ἴδια μᾶς ἔχουν πεῖ καί οἱ φιλόσοφοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, Σωκράτης καί Πλάτων.
Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σαφῶς τάσσονται κατά τοῦ μεταπτωτικοῦ φαινομένου αὐτοῦ, ἄν δέν ἐκκλησιοποιηθεῖ, διότι εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς παρακοῆς ἐν τῷ Παραδείσῳ τῆς τρυφῆς. «Μετά γάρ τήν παράβασιν τά τῆς συνουσίας γέγονεν˙ ἐπεί μέχρις ἐκείνου καθάπερ ἄγγελοι οὕτω διῃτῶντο ἐν τῷ παραδείσῳ, οὔχ ὑπό ἐπιθυμίας φλεγόμενοι, οὔχ ὑπό ἑτέρων παθῶν πολιορκούμενοι, οὐ ταῖς ἀνάγκαις τῆς φύσεως ὓποκείμενοι, ἀλλά δι’ὅλου ἄφθαρτοι κτισθέντες καί ἀθάνατοι, ὅπου γε οὐδέ τῆς τῶν ἱματίων περιβολῆς ἐδέοντο»[9]. Βέβαια συστήνουν τόν γάμο ὡς φάρμακο πορνείας (ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος), ὡς Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. «Τό μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγώ δέ λέγω εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν»[10].  
  Ἡ Ἀνάσταση, ὅμως, καί ἡ Ἀνάληψη τῆς θεωμένης σαρκός τοῦ Χριστοῦ μαρτυροῦν ὅτι «ἐν τῇ οὖν Ἀναστάσει οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίζονται, ἀλλ’ὡς ἄγγελοι Θεοῦ ἐν οὐρανῷ εἰσι»[11]. Αὐτό εἶναι καί τό μήνυμα τῆς σιωπῆς τῶν μοναχῶν.
Ἡ γνώση, λοιπόν, τῆς ἑτερότητος τοῦ προσώπου δέν εἶναι κατόρθωμα δικό μας ἤ τοῦ κ. Γιανναρᾶ. Εἶναι χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δοσμένο στούς ἀξίους νά τό φέρουν, σ’ἐκείνους πού ἔχουν φθάσει στήν ἁγία ἀπάθεια, δηλαδή ἑνώθηκαν τελείως, γιά πάντα μέ τόν Θεό. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας λέγει : «… ἡρρώστησεν ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἐν Ἀδάμ διά τῆς παρακοῆς τήν φθοράν, εἰσέδυ τε οὕτως αὐτήν τά πάθη»[12]. Διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, τῆς Σαρκώσεως, Ἀναστάσεως καί Ἀναλήψεως ξαναδόθηκε στόν ἄνθρωπο ἡ δυνατότητα, ὄχι μόνο νά ζήσει κατά φύσιν, ἀλλά νά ἀνεβῆ στό ὑπέρ φύσιν Μυστήριο τῆς θεώσεως, κατά τό ψαλμικό «Ἐγώ εἶπα θεοί ἐστέ καί υἱοί Ὑψίστου πάντες».
Ἀνακεφαλαιώνοντας ὅσα εἴπαμε ὡς τώρα, τονίζουμε τό γεγονός ὅτι καταφατικές κατηγορίες ἤ ὁρισμοί ἀναφορᾶς τῶν θείων Προσώπων καί τῆς θείας φύσεως τῆς Ἁγίας Τριάδος (καλός, παντοδύναμος, πολυέλεος κλπ) δέν ἐξαντλοῦν οὔτε περιορίζουν τό Εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός εἶναι παντελῶς ξένος ὡς δημιουργός, ἄπειρος, ἀπερινόητος, ἀκατάληπτος κλπ (ἀποφατικές κατηγορίες). Οἰκεῖος εἶναι ὡς πρός τίς θεῖες ἄκτιστες ἐνέργειές Του, πού πάλι δέν προσδιορίζονται νοητικά. Τά ὅρια τοῦ Θεοῦ ἀρχίζουν (ἄν ὁ Θεός ἔχει ὅρια) ἐκεῖ, πού τελειώνουν τά ὅρια τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός νοεῖται ἀπερινοήτως, θεᾶται ἀθεάτως, ἀγαπᾶται μή ἀγαπητικῶς (δηλ. ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη συγκρινομένη μέ τήν θεϊκή ἀγάπη εἶναι μηδέν), χωρεῖται ἀχωρήτως, κοινωνεῖται ἀκοινωνήτως, ἐκχέεται ἀκενώτως, συνέχει μή συνεχόμενος.
Γιά νά μήν θεωρηθοῦμε φανατικοί ἤ μισάνθρωποι, ἀναφέρουμε ὅτι προσωπικῶς δέν γνωριζόμαστε μέ τόν   κ. Γιανναρᾶ, οὔτε ἐπιτιθέμεθα κατά τοῦ προσώπου, ἀλλά κατά τῆς θεολογικοφανοῦς φιλοσοφίας του. Τόν παραδεχόμαστε ὡς φιλόσοφο, ρήτορα καί δημοσιογράφο, ὄχι ὅμως ὡς θεολόγο καί μάλιστα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Παρακολουθοῦμε ἀπό τό 1975 τήν θεολογική καί φιλοσοφική του πορεία, ὅπως ἐκφράζεται αὐτή στά βιβλία του. Διαβάσαμε πολλές φορές τήν α΄ ἔκδοση τῆς«Ἐλευθερίας τοῦ ἤθους», «Τά κεφάλαια Πολιτικῆς Θεολογίας», «Ἀλήθεια καί ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας», «Νεοελληνική Ταυτότητα», τά ὁποῖα ἐξεδόθησαν μετά τήν διόρθωση καί ἀναθεώρηση τῶν προηγουμένων δογματικῶν καί κανονικῶν λαθῶν του στό βιβλίο«Προνομιο τῆς ἀπελπισίας». Διαπιστώσαμε, ὅμως, μέ πολλή θλίψη ὅτι ἀνεθεώρησε σχηματικά, ἐπιφανειακά τά κείμενά του, ὄχι τόν ἑαυτό του, τήν φιλοσοφική μέθοδο καί τίς Ἀριστοτελικές ἀρχές του. Ἀδικεῖ τόν ἑαυτό του ἀφάνταστα ὁ κ. Γιανναρᾶς. Ἐνῶ θά μποροῦσε νά εἶναι σήμερα ἕνας νέος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ κα π. Δημήτριος Στανιλοάε, ἕνας σύγχρονος προφήτης τῆς Ὀρθοδόξου μας Ἐκκλησίας, περιόρισε τίς δυνατότητές του μέσα στό μή μεταμορφωμένο καί συγχυσμένο μυαλό του.
Δέν ἐπιθυμήσαμε νά κρίνουμε ὅλο τό βιβλίο«Ἐλευθερία τοῦ ἤθους», β΄ ἔκδοση ἀναθεωρημένη, Ἀθήνα 1979, διότι οἱ παρατηρήσεις μας θά ἤγγιζαν τά ὅρια ἑνός καινούργιου βιβλίου. Πιστεύουμε ὅτι ἡ λανθασμένη Τριαδολογία ἐκκοσμικεύει τόσο τήν Ἐκκλησία, ὅσο καί τόν ἄνθρωπο, διότι ὁδηγεῖ σέ λανθασμένο δρόμο, θεολογική καί πενυματική πορεία παρεκκλίνουσα τῆς ἀληθείας. Δηλαδή ὁδηγεῖ σέ λανθασμένη ἀνθρωπολογία, Χριστολογία, Σωτηριολογία, ἁγιολογία, κανονολογία, ἑρμηνεία Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων, θεολογία, οἰκουμενικολογία, πολιτική, τέχνη, ἐπιστήμη, ζωή, ἐθνολογία, ἀκόμη καί φιλοσοφία. Οἱ ἀρχαῖοι μας φιλόσοφοι εἶχαν βέβαια μερικές ἐλλάμψεις, παρεῖχαν τόν λεγόμενο σπερματικό λόγο. Ὁ Πλάτων στόν «Φαίδωνα» (67e) λέγει τό ἑξῆς : «Οἱ ὀρθῶς φιλοσοφοῦντες ἀποθνήσκειν μελετῶσι, καί τό τεθνάναι ἥκιστα αὐτοῖς ἀνθρώπων φοβερόν».
Ὁ κ. Γιανναρᾶς ἔχει ὁρισμένα καλά στοιχεῖα, ὅπως καί οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι. Ἔχει τόν σπερματικό λόγο, τόν ὁποῖο, ἄν ἐκμεταλλευθεῖ, θά φθάσει κάποτε, Χάριτι Θεοῦ, στό πλήρωμα τῆς ἀληθινῆς Σοφίας, στόν Σεσαρκωμένο Λόγο τοῦ Θεοῦ. Δέν δικαιολογεῖται, βέβαια, ἡ συμπεριφορά καί ἡ φιλοσοφία του σήμερα, διότι ἤδη ὁ Χριστός ἐνηνθρώπησε, σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε, ἀνελήφθη καί μᾶς ἀπέστειλε τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖο συνέχει καί συγκροτεῖ τόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας. Τό ἴδιο Ἅγιον Πνεῦμα στήριξε τούς Ἀποστόλους καί τούς ἀπέστειλε στό κήρυγμα. Χαρίτωσε τούς Μάρτυρες. Δικαίωσε τούς Ὁσίους. Κατήσχυνε τούς κακοδόξους καί ηὔφρανε τούς Ὀρθοδόξους. Φώτισε τούς Ὁμολογητές. Χορήγησε καί χορηγεῖ διάφορα χαρίσματα κατά τό δοκοῦν εἰς Αὐτό, ὄχι εἰς ἡμᾶς. Καλό θά ἦταν ὁ κ. Γιανναρᾶς, δεικνύοντας μετάνοια, θεολογική συνέπεια, ἐπιστημονική εὐθύτητα, νά ἀποσύρει τά βιβλία του ΟΛΑ, χωρίς ἐξαίρεση, ἀπό τήν κυκλοφορία, ἄν θέλει. Δέν τόν ἀναγκάζει κανείς. Ἐπειδή, ὅμως, δέν ἔχει μέχρι σήμερα ἀναθεωρήσει τόν ἑαυτό του, τήν φιλοσοφία καί τίς ἀριστοτελικές ἀρχές του, ἀναγκαζόμαστε ἐκ τῶν πραγμάτων, νά διαμαρτυρηθοῦμε σοβαρά καί νά ἀντιδράσουμε μέσῳ τῆς παρούσης κριτικῆς, ὥστε νά διαφυλαχθεῖ τό ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τίς πλάνες. Ἐλπιζουμε στήν εὐγενικότητα, τήν ἀγωνιστικότητα τοῦ κ. Γιανναρᾶ καί στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ ὅτι θά διορθωθεῖ ἡ κατάσταση.
   Ἐπιλέγοντας, παραθέτουμε, πρός ἐπίρρωση τῶν ἐκτεθέντων, τό ἑξῆς κείμενο τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Νεκταρίου Ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοῦ θαυματουργοῦ.
«Ὁ Ἀριστοτέλης, ὁρίζοντας τούς τρόπους τῆς ὑπάρξεως τῶν φυσικῶν πραγμάτων, τούς ἀνάγει σέ δέκα, τούς ὁποίους ὀνομάζει κατηγορίες. Εἶναι δέ οἱ ἑξῆς : Οὐσία, ποσόν, ποιόν, πρός τι, ποῦ, πότε, κεῖσθαι, ἔχειν, ποιεῖν (εἴτε ἐνεργεῖν) καί πάσχειν. Τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὑπερβαίνει ὅλους τούς προαναφερθέντες τρόπους. Γι’αὐτό καί δίκαια μπορεῖ νά ὀνομασθεῖ ἡ Θεία Εὐχαριστία θαῦμα θαυμάτων. Ὁρίστε ἡ ἀπόδειξη :
Θαῦμα κατά τήν οὐσία ˙ διότι τά ἅγια δῶρα, ἐνῶ πρίν ἀπό τήν εὐλογία εἶναι ἄρτος καί οἶνος, μετά τήν εὐλογία καί τόν ἁγιασμό, καθαγιάζονται σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, παραμένοντας ὁ ἄρτος ἄρτος καί ὁ οἷνος οἷνος. Θαῦμα κατά ποσόν˙ διότι ὅλο τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι σέ ὅλο τόν ἅγιο ἄρτο καί ἐπίσης εἶναι ὁλόκληρο σέ κάθε μερίδα. Θαῦμα κατά ποιόν˙ διότι αἰσθανόμαστε μέν τήν ποιότητα τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, ἀλλά τρώγουμε καί πίνουμε Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ. Θαῦμα κατά τό πρός τι˙ δηλαδή κατά τήν σχέση˙ διότι στήν Θεία Εὐχαριστία εἶναι μέν αὐτός ὁ Υἱός, τόν Ὁποῖο γέννησε ἐν χρόνῳ ἡ Παρθένος Μαρία, ὅμως ἐδῶ δέν γεννιέται κυρίως ἐκ Πατρός ἤ Μητρός, ἀλλά τελεσιουργεῖται μυστηριωδῶς, ὥστε, κατά τόν καθαγιασμό τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, δέν ἀναφέρεται οὔτε σέ πατέρα οὔτε σέ μητέρα. Θαῦμα κατά τό ποῦ˙ διότι ὁ ἴδιος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι καί στόν οὐρανό καί στή γῆ καί ὁ ἴδιος στό ἱερό μας θυσιαστήριο. Θαῦμα κατά τό πότε˙ διότι σάν Σῶμα Χριστοῦ εἶναι ἄφθαρτο καί ἀθάνατο˙ σάν Αἷμα Χριστοῦ εἶναι πηγή ζωῆς αἰωνίου˙ ἀλλά διαμενουν τά θεῖα ἰδιώματα ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ, ὅσο καιρό διαμένουν τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου.Θαῦμα κατά τό κεῖσθαι˙ διότι στήν Θεία Λειτουργία θεωρεῖται ὁ Ἰησοῦς κείμενος μέσα στή φάτνη, ὡς γεννηθείς, ὡς ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ὡς πάσχων, ὡς ἀναστάς καί ἀνερχόμενος στούς οὐρανούς, ὡς ἀναληφθείς καί καθήμενος στά δεξιά τοῦ Πατρός, ὡς Υἱός καί Θεός. Θαῦμα κατά τό ἔχειν˙ διότι τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου ἔχει ἐξωτερική περιβολή τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου. Θαῦμα κατά τό ποιεῖν (ἤ ἐνεργεῖν)˙ διότι ἡ μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων ἀγγίζει μέν τήν αἴσθηση, ἁγιάζει δέ τό πνεῦμα. Θαῦμα, τέλος, κατά τό πάσχειν˙ διότι ὁ θεῖος ἄρτος μελίζεται μέν, ἀλλά ὡς Σῶμα Χριστοῦ δέν διαιρεῖται, τρώγεται μέν, ἀλλά ὡς Σῶμα Χριστοῦ δέν δαπανᾶται»[13].
Ἀκριβῶς σ’αὐτό τό σημεῖο[14] διακρίνεται ἡ διαφορά τῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου ἀπό τήν περί φιλοσοφίας καί ἀνθρωπίνης λογικῆς διδασκαλία ὁρισμένων σχολαστικῶν θεολόγων τῆς Δύσεως. Διότι, ἐκεῖνοι μέν θεωροῦσαν τήν φιλοσοφία ὑπηρέτρια τῆς θεολογίας (Philosophia anquillaTheologiae), τῆς ἀπέδιδαν ὅμως, ὡς ὀργάνου τοῦ ὀρθοῦ λόγου, πού δόθηκε ἀπό τόν Θεό στόν ἄνθρωπο, τέτοια δύναμη, ὥστε νά περιμένουν ἀπ’αὐτήν νά διεισδύσει σέ ὅλες τίς περιοχές τῆς θεολογίας καί νά ἐξιχνιάσει ὅλα τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ! Αὐτό θά γίνει, λένε, κατ’ἐξοχήν διά τῆς ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, τήν ὁποία θεωροῦσαν ὡς τήν τελειοτάτη μορφή φιλοσοφίας. Ἔτσι, ὅσον ἀφορᾶ τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, πίστευαν ὅτι τό συνεβίβαζαν πλήρως μέ τήν λογική καί τό ἑρμήνευαν τελείως, λέγοντας ὅτι, κατά τήν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας, μεταβάλλεται ἡ «οὐσία» (πρώτη ἀριστοτελική κατηγορία) τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου εἰς «οὐσίαν» σώματος καί αἵματος Χριστοῦ, ἐνῶ παραμένουν ἀμετάβλητα τά «συμβεβηκότα» (οἱ ἐννέα ἄλλες ἀριστοτελικές κατηγορίες).
Ἀλλά, ὁ ἅγιος Νεκτάριος, γνωρίζοντας τήν διδασκαλία αὐτή τῶν Δυτικῶν θεολόγων, ἀποδεικνύει ὅτι, παρ’ὅλη τήν ἑρμηνεία, πού ἔδωσε, τό μυστήριο παραμένει μυστήριο, σύμφωνα μέ τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση καί τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου : «βλέπομεν ἄρτι δι’ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι»[15].
      Προσωπικά πιστεύουμε ὅτι ὁ κ. Γιανναρᾶς ἔχει ἀριστοτελικές καί παπικές, δυτικές, θεολογικές βάσεις καί ἀρχές, πού τίς διδάχθηκε, τίς ἔζησε καί τίς ἐνστερνίσθηκε κατά τήν θητεία του στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, στίς θρησκευτικές ὀργανώσεις καί στίς «ἀνώτερες» σπουδές του στήν Δυτική Εὐρώπη.
Τό μεγαλύτερο δρᾶμα τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ κατά τούς δύο τελευταίους αἰῶνες ἔγκειται στόν ἐμβολιασμό κυρίως τῶν Νεοελλήνων διανοουμένων, θεολόγων, φιλοσόφων, πολιτικῶν, καλλιτεχνῶν κλπ ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἀνθρωποκεντρικῆς Δυτικῆς θεολογίας καί φιλοσοφίας, πού στηρίζεται ἀκριβῶς στήν αὐτόνομη λογική, στήν αὐτοδικαιωμένη ζωή, στήν αὐτοειδωλοποίηση τοῦ δῆθεν «ἀλαθήτου» δυτικοῦ ἀνθρώπου εἴτε Παπικοῦ εἴτε Προτεστάντου.
Συγκρίνοντας τήν Δυτική «Ἐκκλησία» πρός τόν Προτεσταντισμό ὁ ἅγιος πατήρ ἡμῶν Νεκτάριος Πενταπόλεως, βρίσκει ὡς κοινό σημεῖο τόν ἀτομικισμό. Μόνη δέ διαφορά μεταξύ τῶν δύο αὐτῶν συστημάτων εἶναι ἡ ἑξῆς : Στήν μέν Δυτική «Ἐκκλησία» τό ἄτομο, δηλ. ὁ Πάπας συγκεντρώνει γύρω ἀπό τόν ἑαυτό του πολλά βουβά καί ἀνευλεύθερα πρόσωπα, πού συμμορφώνονται ἑκάστοτε πρός τίς ἀρχές καί τά φρονήματα τοῦ ἐπικαθημένου ἀτόμου. Στόν δέ Προτεσταντισμό ἡ «Ἐκκλησία» συγκεντρώθηκε γύρω ἀπό τό ἄτομο. Γι’αὐτό, ἡ Δυτική «Ἐκκλησία» εἶναι ἄτομο καί τίποτε περισσότερο… Ἴσως στόν μέν Προτεσταντισμό κάθε ἄτομο ἀποτελεῖ καί μία «Ἐκκλησία», στήν δέ Δυτική ὅλη τήν «Ἐκκλησία» ἀποτελεῖ ἕνα ἄτομο, ὄχι πάντοτε τό ἴδιο, ἀλλ’ἀείποτε ἄλλο[16].
Ἡ θεολογικοφανής φιλοσοφία τοῦ κ. Γιανναρᾶ εἶναι ἀτομική, δυτική, κι ἄς φαίνεται ὅτι πολεμάει τήν Δύση. Εἶναι Δούρειος Ἵππος τῆς Δύσεως μέσα στούς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ αἱρετική Δύση χίλια χρόνια πολέμησε ἐκ τῶν ἔξω, μέ τούς γνωστούς τρόπους, τήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή. Δέν κατάφερε τίποτα. Τά τελευταῖα χρόνια σκέφτηκε πώς τά κάστρα πέφτουν, ἄν βρεθοῦν ὄργανα ἀπό μέσα. Αὐτό τό κόλπο φαίνεται πώς ἔπιασε τόπο. Ὁ   κ. Γιανναρᾶς ὀφείλει νά μετανοήσει, νά δώσει ἀπολογία καί νά ζητήσει συγγνώμη ἀπό τόν χριστεπώνυμο ἀγωνιζόμενο πιστό Ὀρθόδοξο λαό γιά τά ἀτοπήματά του. Ἀλλοιῶς, τί θα πεῖ στόν Χριστό μετά θάνατον;
Εὐχόμαστε πρός τόν ἅγιο Νεκτάριο να φωτίσει, θείᾳ χάριτι, τήν διάνοια τοῦ κ. Γιανναρᾶ καί ὅλων τῶν πτυχιοῦχων ἤ δοκτόρων τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης, νά ἁγιάσει τήν καρδιά μας καί νά διδάξει τήν ὄντως θεολογία σέ ὅλους μας. Ἀμήν!  




[1] ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΙΕΒΤΙΤΣ, Χριστός ἀρχή καί τέλος, ἔκδ. Ἵδρυμα Γουλανδρῆ-Χόρν, Ἀθῆναι 1983, σσ. 213-232.
[2] ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, «Γ΄ ἑκατοντάδα περί ἀγάπης», κεφ. 65, ἐν Φιλοκαλία, τ. Β΄, ἐκδ. Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, Θεσ/κη 1985, σ. 85. «Ἡ γνώση τῶν θείων, χωρίς ἅγιο πάθος, δέν καταπείθει τελικά τόν νοῦ νά καταφρονεῖ τά ὑλικά, ἀλλά μοιάζει μέ ἁπλό λογισμό αἰσθητοῦ πράγματος. Γιατί, εἶναι δυνατό νά βρεῖ κανείς πολλούς ἀνθρώπους μέ πολλή γνώση, καί ἐν τούτοις νά κυλιοῦνται στά σαρκικά πάθη σάν χοῖροι στήν λάσπη. Γιατί, ἀφοῦ μέ κάποια ἐπιμέλειά τους καθαρίστηκαν λίγο καί πέτυχαν τήν γνώση, ὕστερα ἀμέλησαν καί ἔγιναν ὅμοιοι μέ τόν Σαούλ, ὁ ὁποῖος, ἐνῶ κρίθηκε ἄξιος γιά τήν βασιλεία, ἐπειδή ἔζησε ἀνάξια, ἐκδιώχθηκε ἀπ’αὐτήν μέ φοβερή ὀργή».
[3] Τοῦ ἰδίου, «Β΄ ἑκατοντάδα προς Θαλάσσιο περί θεολογίας», κεφ. 36, ἐν Φιλοκαλία, τ. Β΄, ἐκδ. Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, Θεσ/κη 1985, σ. 131. «Ὡς οὐρανό δέ ἐννόησε τήν φυσική τοῦ Θεοῦ κρυφιότητα, σύμφωνα μέ τήν ὁποία σέ ὅλους εἶναι ἀκατάληπτος. Κι ἄν κανείς ἐννοήσει ὡς οὐρανό τόν λόγο τῆς θεολογίας καί ὡς ἄβυσσο τό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, δέν θά πεῖ κάτι ἀνάρμοστο κατά τήν γνώμη μου. Γιατί καί τά δύο εἶναι δύσκολο νά τά συλλάβουν ἐκεῖνοι, πού ἐπιχειροῦν νά τά ἐξετάσουν λογικά˙ ἤ μᾶλλον εἶναι ὁλότελα ἀπρόσιτα, ὅταν ἐρευνῶνται χωρίς πίστη».
[4] ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑÏΤΗΣ, Κλίμαξ, Λόγος 26 περί διακρίσεως, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 1978, σ. 289.
[5] Ματθ. 5, 1-20
[6] Ἰω. 3, 8 καί Β΄ Κορ. 3, 17.
[7] ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, «Στ΄ ἑκατοντάδα διαφόρων κεφαλαίων περί θεολογίας, οἰκονομίας», κεφ. 36, ἐν Φιλοκαλία, τ. Β΄, ἐκδ. Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας, Θεσ/κη 1985, σ. 216. «Ἡ ἐπινόηση τῶν ἑκουσίων πόνων καί ἡ ἐπιφορά τῶν ἀκουσίων ἀφαιροῦν τήν ἡδονή καί καταργοῦν τήν ἐνεργητική κίνησή τους. Δέν ἐξαφανίζουν, ὅμως, τήν δύναμη, πού βρίσκεται σάν νόμος μέσα στήν ἀνθρώπινη φύση καί πού δημιουργεῖ τήν ἡδονή. Γιατί ὁ ἐνάρετος βίος προκαλεῖ ἀπάθεια τῆς προαιρέσεως, ὄχι ὅμως καί τῆς φύσεως. Μέ τήν ἀπάθεια τῆς προαιρέσεως ἔρχεται στόν νοῦ ἡ χάρη τῆς θείας ἡδονῆς».
[8] Σχ. βλ. Ι. ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ, «Ἀπό τό προσωπεῖο εἰς τό πρόσωπο», στόν τόμο Χαριστήρια πρός τιμήν τοῦ Μητροπολίτου Χαλκηδόνος κ. Μελίτωνος, Θεσ/κη 1977 καί ΧΡ. ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, Τό πρόσωπο καί ὁ Ἔρως, § 42, 44, 84β καί 87.
[9] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὁμιλία εἰς τήν Γένεσιν, ΙΕ΄, δ΄, PG 53, 123.
[10] Ἐφ. 5, 32.
[11] Ματθ. 22, 30, Μάρκ. 12, 25, Λουκ. 20, 34-36.
[12] PG 74, 788-789. Σχ. βλ. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, Τό προπατορικόν ἁμάρτημα, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσ/κη 19702, σσ. 27-28.
[13] ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ,Μελέτη περί τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, σσ. 56-57.
[14]  Τοῦ ἰδίου, Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, ἔκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 1972, σσ. 29-31.
[15] Α΄ Κορ. 13, 12.
[16] ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ, Ὀρθοδοξία καί Οὑμανισμός, Παπισμός, Β΄ ἔκδ. Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 1995, σ. 96. ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ, Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη. «Ἡ αὔξηση τοῦ φόβου εἶναι ἀρχή τῆς ἀγάπης. Καί τό τέλος τῆς ἀγνείας εἶναι προϋπόθεση τῆς θεολογίας. Ἐκεῖνος, πού ἕνωσε τελείως τίς αἰσθήσεις του μέ τόν Θεό, μυσταγωγεῖται στήν θεολογία ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἐάν, ὅμως, οἱ αἰσθήσεις δέν ἔχουν ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό, εἶναι δύσκολο καί ἐπικίνδυνο νά θεολογεῖ κανείς.
Ὁ ἐνυπόστατος Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός σ’ ἐκεῖνον, πού θά κατοικήσει, θά χαρίσει τελεία ἀγνότητα καί καθαρότητα, νεκρώνοντας τόν θάνατο (δηλαδή τά πάθη, πού νεκρώνουν τήν ψυχή). Μετά ἀπό τή νέκρωση αὐτή, ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ φωτίζεται καί γίνεται γνώστης τῆς θεολογίας. (Ὁ ἀγνός γνωρίζει τον Ἁγνό) ἐφ’ὅσον «ὁ Λόγος Κυρίου, δηλαδή ὁ Υἱός τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, εἶναι ἀγνός, διαμένοντας στόν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος» (Ψαλμ. 11, 7 καί 18, 10). Καί ὅποιος δέν γνώρισε κατ’αὐτόν τόν τρόπο τόν Θεό, ὁμιλεῖ περί Θεοῦ «στοχαστικῶς».
Ἡ ἁγνεία ἀνέδειξε θεολόγο τόν μαθητή, ὁ ὁποῖος μέ τήν ἀγνεία του αὐτή ἀξιώθηκε νά κηρύξει καί νά στερεώσει τά δόγματα τῆς Ἁγίας Τριάδος» (ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑÏΤΗΣ, Κλίμαξ, Λόγος Λ΄, περί ἀγάπης, ἐλπίδος καί πίστεως, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ἀττική 1978, σσ. 376-377).
Τά δόγματα τῆς Ἁγίας Τριάδος θεωροῦνται πολύ ἀλλοιώτικα, μέ ἄλλο πνεῦμα, ἀπό τούς Ὀρθοδόξους καί ἄλλο ἀπό τούς Λατίνους, ὅπως ὁ Παῦλος Εὐδοκίμωφ γράφει : «Μεθοδολογικά ἡ λατινική θεολογία γιά τήν Ἁγία Τριάδα θεωρεῖ πρῶτα τήν μία φύση καί ὕστερα καταλήγει στά τρία πρόσωπα (amansamatusamot = ἀγαπῶν, ἀγαπώμενος, ἀγάπη, ἱερός Αὐγουστῖνος, De TrinitateVIII, 10), τά ὁποία μία ὁρισμένη μεταφυσική τῆς οὐσίας τά παρουσιάζει ὡς ὑπαρκτικούς τρόπους τῆς μιᾶς φύσεως. Ὁ ἱ. Αὐγουστῖνος δείχνει μᾶλλον τήν Τριάδα ὡς Θεό, παρά ἕνα Θεό Τριαδικό. Ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός μαζί ἐμφανίζουν μία ἑνότητα, ἀπό τήν ὁποία ἐκπορεύεται τό Ἅγιον Πνεῦμα καί ἡ ἑνότητα αὐτή ἀκριβῶς, τό ΚΑΙ τοῦ Filioque, εἶναι πού χωρίζει τήν Δύση ἀπό τήν Ἀνατολή.
Οἱ Ἀνατολικοί θεωροῦν πρῶτα τά τρία πρόσωπα, φθάνοντας ὕστερα ἀπό τίς χωριστές ὑποστάσεις στήν ἑνότητα τῆς φύσεως˙ ὁ ἰδιαίτερος τρόπος, πού κάθε ὑπόσταση κατέχει τήν κοινή φύση, ἀποτελεῖ τό περιεχόμενό της. Τό Σύμβολο τῆς Νικαίας καί ὁ τύπος τοῦ βαπτίσματος περιγράφουν κατά πρῶτο λόγο καί πολύ καθαρά τά Τρία Πρόσωπα… Ὁ Λατῖνος θεωρεῖ τήν προσωπικότητα ὡς ἕνα τρόπο τῆς φύσεως, ὁ Ἕλληνας θεωρεῖ τήν φύση ὡς τό περιεχόμενο τοῦ προσώπου. Κατά τούς Ἀνατολικούς, οἱ ὑποστάσεις προσδιορίζουν μαζί τήν ἑνότητα καί τήν διαφορετικότητα μέσα στή θεία ζωή, ἀφοῦ ἡ ἑνότητα αὐτή ἀνάγεται, ὄχι στήν φύση, ἀλλά στόν Πατέρα, «μόναρχον καί πηγήν» τῆς αἰωνίας περιχωρήσεως : «Εἷς μόνος Θεός», ἀφοῦ «εἷς μόνος Πατήρ» εἶναι ἡ θεμελιώδης παραδοχή τῆς Ἀνατολῆς» (ΠΑΥΛΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΩΦ, Ὀρθοδοξία, ἔκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 1972, σσ. 184-185)

Αόρατος Αγιορείτης