Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

" Το μίσος κατά των Ελλήνων " <<< πρώην υπ.Εξωτερικών, Έμα Μπονίνο

Σ’ένα βιβλίο με τίτλο «Σκυλάνθρωποι» είναι καταγεγραμμένη η ενδιαφέρουσα αφήγηση γνωστής Ιταλίδας πολιτικού, η οποία εξηγεί γιατί οι Ευρωπαίοι και γενικότερα οι ξένοι συμπεριφέρονται με ελεεινό τρόπο κατά των Ελλήνων.
«Τα ζώα δεν συγχωρούν ποτέ στον άνθρωπο τη βελτίωση της συμπεριφοράς τους, γιατί νιώθουν ότι αυτή η βελτίωση τα απομακρύνει από τη φύση τους. Και όποτε δίνεται η ευκαιρία, το μίσος εκρήγνυται», μας λέει η γνωστή Ιταλίδα, πρώην υπ.Εξωτερικών, Έμα Μπονίνο επί κυβέρνησης Λέτα.
Για να κατανοήσει ο αναγνώστης τη δήλωση, η πολιτικός κάνει τον εξής εκπληκτικό παραλληλισμό:
«Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει με εμάς τους Ευρωπαίους και τους Έλληνες. Αν υπάρχει μια φυλή στον κόσμο που κυριολεκτικά τη μισώ αφόρητα, αυτή η φυλή είναι οι Έλληνες.» Και τεκμηριώνει την άποψή της λέγοντας ότι στα γυμνασιακά της χρόνια ένιωθε “ψυχικά καταπιεσμένη” γιατί «οι Σοφοί μας Δάσκαλοι δεν μας δίδαξαν τίποτα που να μην το είχαν ήδη Ανακαλύψει, Εξηγήσει, να μην το είχαν Τεκμηριώσει, να μην το είχαν Τελειοποιήσει οι Αρχαίοι Έλληνες.
Κι αν κάποτε ανέφεραν κανέναν άλλο συγγενή της Γνώσης και της Σοφίας που δεν ήταν Έλληνας, στο τέλος πάντα κατέληγαν ότι η Γνώση του και η Σοφία του ήταν βασισμένες επάνω στη Σοφία κάποιου Έλληνα Φιλοσόφου.
Σιγά σιγά ένιωθα πως οι Γνώσεις μου, οι Σκέψεις μου, τα Αισθήματά μου, η Προσωπικότητά μου, ο Κόσμος μου, η Ύπαρξή μου ως το πιο έσχατο κύτταρό μου ήταν όλα επηρεασμένα, ήταν ταγμένα σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε “Η Φιλοσοφία των Αρχαίων Ελλήνων.”»
Αυτά όλα καταστάλαζαν στα βάθη της ψυχής της Ελβετίδας «ένα φλογερό μίσος για καθετί το ελληνικό». Και η συνέχεια: «Αργότερα στο πανεπιστήμιο η κατάσταση έγινε δραματική. Ο Ασκληπιός από τη μια, ο Ιπποκράτης απ’ την άλλη!
Ο Γαληνός τη μια μέρα, ο Ορειβάσιος την επομένη! Αέτιος το πρωί, Αλέξανδρος Τραλλιανός τ’ απόγευμα! Παύλος ο Αιγινίτης από ‘δω, Στέφανος ο Αθηναίος από ‘κει. Δεν μπορούσα ν’ανοίξω βιβλίο χωρίς να βρω μπροστά μου την ελληνική παρουσία. Δεν τολμούσα να πιάσω στα χέρια μου λεξικό για να βρω μια δύσκολη, σπάνια, μια χρήσιμη, μια έξυπνη, μια όμορφη, μια μεστωμένη λέξη. Όλες ελληνικές! Και άλλες αμέτρητες σαν την άμμο των θαλασσών και των ποταμών, ελληνικής και αυτές προέλευσης!»
«Πρόκειται για φαινόμενο ομαδικό. Έτσι αισθανόμαστε λίγο πολύ όλοι μας απέναντι στους Έλληνες. Τους μισούμε, όπως τα ζώα τους θηριοδαμαστές. Και μόλις μας δίνεται η ευκαιρία, χυμάμε, τους δαγκώνουμε και τους κατασπαράζουμε. Γιατί στο βάθος ξέρουμε ότι κάποτε ήμασταν ζώα με όλη τη σημασία της λέξης και είναι αυτοί, οι Έλληνες, πάλι οι Έλληνες, πάντα οι Έλληνες, που μας εξώσανε από τη ζωώδικη υπόσταση και μας ανεβάσανε στην ίδια με τους εαυτούς τους ανθρώπινη βαθμίδα. Δεν αγαπάμε κάτι που θαυμάζουμε.
Ρίξε μια ματιά στην ιστορία και θα διαπιστώσεις ότι όλοι οι Ευρωπαίοι, με αρχηγούς τους Λατίνους και το Βατικανό, λυσσάξαμε να τους εξαφανίσουμε τους Έλληνες από το πρόσωπο της γης. Δεν θα βρεις και δεν θα φανταστείς συνδυασμό εγκλήματος, πλεκτάνης και παγίδας που δεν το σκαρφιστήκαμε και δεν το πραγματώσαμε για να τους εξολοθρεύσουμε.
Σύμφωνα με το armynews η ιστορία με το μίσος κατά των Ελλήνων δεν ξέφτισε. Ο σύγχρονος πολιτισμένος άνθρωπος είναι ο ίδιος και χειρότερος. Δεν θα επιτρέψει ποτέ το Βατικανό να επιβιώσει στην αυλόπορτα της Ευρώπης, στα πλευρά της Ασίας και στο κατώφλι της Αφρικής ο Ελληνισμός, γιατί θεωρούν ότι τους αφαιρεί Σεβασμό και Κύρος.
Για αυτό, παρόλο που τους μισώ, γιατί δεν προέρχομαι από τη φυλή τους, δεν μπορώ να μη τους θαυμάζω και να μη τους σέβομαι και θα συνεχίσω να Μελετάω τον Πλάτωνα, τον Σωκράτη και τον Περικλή όσο θα ζω, διδάσκοντας στα παιδιά μου τη Δύναμη της Σοφίας τους και την επιρροή της στη Ζωή μας και στην Ευτυχία μας.»

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Ἡ πιὸ συνεπὴς κυβέρνηση (Γέροντας Γρηγόριος Ηγούμενος Ι.Μ Δοχειαρίου Αγίου Όρους:)


Δημοσίευση: 16 Μαΐου 2017, 11:25 πμ

Μᾶς προανήγγειλαν πὼς ἄθεοι εἶναι· δὲν πιστεύουν στὸν Χριστό, δὲν πιστεύουν στὴν ἁγία Τριάδα, δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν Παναγία, δὲν δέχονται τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους, τοὺς Μάρτυρες καὶ τοὺς Ἁγίους. Αὐτὸ τὸ τήρησαν ἐπακριβῶς. Καὶ τὸ τηροῦν ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας. Ὅ,τι μυρίζει λιβάνι καὶ κερί, προμελετημένα τὸ μάχονται. Μάχονται τὴν Ἐκκλησία καὶ προσπαθοῦν αὐτὸν τὸν «μπελὰ» νὰ τὸν διώξουν ἀπὸ τὸν δρόμο τους. Μάχονται λυσσαλέα νὰ μὴν ὑπάρχη σταυρός, νὰ μὴ χτυποῦν καμπάνες, νὰ μὴν ἀνάβη καντήλι. Τὶς ἐρημιὲς καὶ τ᾽ ἀκρογιάλια νὰ μὴ τὰ στολίζουν ἐκκλησιδάκια, ἀλλὰ μπαράκια καὶ καφετέριες. Καὶ τὸ ράσο, τὸ φλάμπουρο τῆς πίστης καὶ τοῦ Γένους, νὰ μὴν ἀνεμίζη στοὺς δρόμους. Ἀφήνουν τὰ χωριά μας χωρὶς παπᾶ, γιατὶ δὲν φτάνουν τὰ λεφτά! Τί νὰ θέλουν τὰ γεροντάκια, οἱ ἀπόμαχοι τῆς ζωῆς; Δάσκαλο καὶ πρόεδρο; Παπᾶ γυρεύουν, λειτουργιὰ ν᾽ ἀκούσουν, καμπάνα νὰ χτυπήση.

Εἶναι φοβερὸ πρᾶγμα νὰ ζῆς σ᾽ ἕνα ὀρεινὸ χωριὸ καὶ νὰ μὴν ἀκοῦς μηδὲ ψάλτη μηδὲ παπᾶ. Γιὰ ὅλα ἔχουν χρήματα. Γιὰ νὰ βοηθήσουν ἕνα παπᾶ νὰ μείνη στὸ φτωχὸ χωριό, ἔχουν ἀνεπάρκεια, ἔχουν δυστυχία. Τοὺς τρώει ἡ ἀνέχεια καὶ ἡ κακομοιριά.

Βρέθηκα παραμονὲς ἑορτῶν στὸν νομάρχη τοῦ Καρπενησίου. Οἱ πρόεδροι, πού, δόξα τῷ Θεῷ, ὑπῆρχαν ἀκόμη τότε στὰ ὀρεινὰ χωριά, κατέβηκαν στὸν νομάρχη νὰ ζητήσουν παπᾶ.



– Δὲν θέλετε –τοὺς λέγει– δάσκαλο;
– Τὰ γράμματα ποὺ θὰ μᾶς πῆ ὁ δάσκαλος τὰ ξέρουμε. Τὰ γράμματα ποὺ θὰ μᾶς πῆ ὁ παπᾶς ζητοῦμε καὶ ἀναζητοῦμε στὰ χωριά μας. Ἡ παρουσία τοῦ παπᾶ στὸ ἐρημωμένο χωριό μας εἶναι ἡ παρηγοριά μας, ἡ παραμυθία μας, εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι ρωτᾶνε «Τί λὲς κι ἐσύ, παπᾶ;»

Τόσο ἀφορεσμὸς ἔπεσε στὸ ἑλληνικὸ κράτος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δώση ἕνα μικρὸ μισθὸ στὸν ἐφημέριο; Θὰ γυρίσουμε πίσω στὰ χρόνια τοῦ μεσοπολέμου κι ἀκόμα πιὸ πέρα καὶ θὰ κάνουμε τὸν παπᾶ στὸ χωριὸ καὶ ράφτη καὶ παπουτσῆ καὶ σαμαρᾶ καὶ πεταλωτή, γιὰ νὰ συντηρήση τὴν οἰκογένειά του; Τί μᾶς ἔμελλε νὰ πάθουμε καὶ ἀκόμα δυστυχῶς δὲν τὸ ἐννοήσαμε. Δὲν πίστεψε ὁ λαὸς ὅτι οἱ ἄρχοντες εἶναι ἄθεοι. Νόμισαν ὅτι αὐτὰ ποὺ λέγαν ἦταν λουκουμόσκονη, ποὺ θὰ τὴν φυσήξουν καὶ θὰ τὴν πάρη ὁ ἄνεμος. Δυστυχῶς, καίτοι μᾶς τὸ διαβεβαίωσαν ὅτι Θεὸ δὲν πιστεύουν, δύο φορὲς τοὺς ψηφίσαμε.

Τί στρίβεις, παπποῦ, τὸ μουστάκι σου στὸ καφενεῖο καὶ βρίζεις τοὺς Συριζαίους; Ἐσὺ δὲν τοὺς ψήφισες; Τί βαστᾶς, γιαγιά, τὸ ροῒ ἀδειανὸ καὶ δὲν ἔχεις λάδι ν᾽ ἀνάψης τὸ καντήλι καὶ καταριέσαι τοὺς Συριζαίους; Γιατί, νέε μου, ὅταν σὲ ρωτῶ «Τί δουλειὰ κάνεις;», μὲ διπλωμένη γλῶσσα μοῦ λές «Ἄνεργος»; Ὡραία λέξη, ἐλπιδοφόρα γιὰ τὸ μέλλον τῆς πατρίδας μας.

– Εἶσαι παντρεμένος;
– Ὄχι· συζῶ μὲ μιὰ κοπέλα.
– Γιατί δὲν παντρεύεσαι;
– Δὲν ἔχω δουλειά.



Γιὰ τὴν ἁμαρτία ὅλα οἰκονομοῦνται! Ἐσὺ παλιὰ ξήλωνες τὰ πεζοδρόμια, ἂν κάτι ψήφιζε ἡ κυβέρνηση ποὺ ἦταν ἀσύμφορο γιὰ τὴν ζωή σου. Τώρα ποὺ βλέπεις τὸν Χριστὸ νὰ χλευάζεται, νὰ μαστιγώνεται, νὰ σταυρώνεται, σιωπᾶς; Ἐμπαίκτης τοῦ Χριστοῦ γίνεσαι κι ἐσὺ μαζὶ μὲ τοὺς κυβερνῶντες. Ψηφίζουν νόμους ποὺ βλασφημοῦν τὴν φύση, ποὺ ἀρνοῦνται τὸ κατὰ φύσιν καὶ δέχονται τὸ παρὰ φύσιν, κι ἐσὺ ρέγχεις καὶ δὲν φοβᾶσαι τὸ μέλλον σου. Γιὰ κρίση καὶ ἀνταπόδοση πῶς νὰ μιλήσουμε; Πῶς νὰ φθάση στ᾽ αὐτιά σου αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὑπάρχει ἐσχάτη ἡμέρα, ἐν ᾗ ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ;

Παλιὰ ἔδιναν βοήθημα στὶς πολύτεκνες γυναῖκες. Τώρα βοηθοῦν τὶς γυναῖκες ποὺ δὲν ἔχουν ἄνδρες καὶ ἔχουν παιδιά.
«Σκοντάψαμε» λένε οἱ παλιακοὶ ἄνθρωποι. Γιὰ νὰ δοῦμε, θὰ τὰ καταφέρετε νὰ σηκωθῆτε; Λέγαν οἱ παλιοὶ στὸ χωριό μου: «Δὲν φτάνει ποὺ δὲν βλέπουμε, μᾶς λένε καὶ τύφλα». Ἀνέτοιμη ἡ Ἐκκλησία, ὅπως πάντοτε, νὰ ἀντιμετωπίση τὸ σφυροδρέπανο τῶν Συριζαίων.

Εἴδαμε ἀκόμη καὶ τὴν πολιτική τους εἰλικρίνεια. Ὑποσχέθηκαν ὅτι δὲν θὰ ὑπογράψουν τὰ εὐρωπαϊκὰ μνημόνια. Ὄχι μόνον τὰ ὑπέγραψαν, ἀλλὰ καὶ πόσα ἄλλα κακὰ καὶ καταστρεπτικὰ καὶ ἀνήκουστα ἐπραγμάτωσαν καὶ τῷ ὄντι, ἀδελφοί μου, ἀσέλγησαν ἐπάνω σ᾽ αὐτὸν τὸν ἅγιο τόπο. Λὲς καὶ ἀνέλαβαν νὰ σκορπίσουν τὴν φτώχεια, τὸ ἀδιέξοδο τῆς ζωῆς. Μόνον τὸ «πάρε» ξέρουνε πολὺ καλά· τὸ «δῶσε» ποτέ.

Ἐγὼ τὸν κόπο μου τὸν θέλω στὴν τσέπη μου καὶ θέλω νὰ τὸν διαθέσω ὅπου ἐγὼ βούλομαι. Μὲ πλαστικὸ χρῆμα θὰ ἀνάβω τὸ κερὶ στὴν ἐκκλησία; Μὲ πλαστικὸ χρῆμα θὰ δίνω ἐλεημοσύνη; Τόσο ἀνέντιμος εἶμαι γιὰ τοὺς κρατοῦντες καὶ τόσο ἐπιζήμιος γιὰ τὸ κράτος; Καλύτερα νὰ πεθάνω παρὰ νὰ ζῶ. Μαῦρα χρήματα εἶναι μόνον αὐτὰ ποὺ κλέβονται ἀπὸ τὸ δημόσιο. Ἐκεῖνα ποὺ βγαίνουν μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου εἶναι ὑπὲρ τὸ χιόνι λευκότερα καὶ καθαρώτερα. Οἱ μισθοὶ εἶναι χρήματα ποὺ τὰ ἔχει κρατήσει τὸ κράτος, καὶ τὰ ἀσφάλισαν οἱ ἄνθρωποι στοῦ κράτους τὴν ἀρχὴ καὶ τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη, γιὰ νὰ ἔχουνε σήμερα νὰ φᾶνε καθάριο ψωμί.

Φοβᾶστε νὰ μιλήσετε; Τὴν ταφή σας γιορτάζουνε καὶ πανηγυρίζουν κάθε μέρα. Στὸν τάφο σας στήνουν χορὸ καὶ τρῶνε καὶ πίνουν καὶ τραγουδᾶνε: «Τοὺς πατάξαμε, τοὺς ἀφανίσαμε, τοὺς ἁρμέξαμε». Ἁρμεκτήρια ἠλεκτρονικὰ στήθηκαν παντοῦ. Γιὰ ἀγελάδια βρὲ μᾶς περάσατε;

Εἶδα ἀνθρώπους στὸν δρόμο ἐντελῶς ἀνυποψίαστα να ἀνοίγουν τοὺς κάδους τῶν σκουπιδιῶν νὰ πάρουν κάτι νὰ φᾶνε. Τρομερό, τρομερό, ἀβάσταχτο, ἀπίστευτο! Μὰ πρὸ καιροῦ εἶχε μαγαζὶ στὴν ὁδὸ Παπατρέχα καὶ σήμερα περιμένει νὰ σιτιστῆ ἀπὸ τοὺς σκουπιδοτενεκέδες; Ζοῦμε τὶς μεγαλύτερες ἀντιθέσεις. Τοῦ Ἕλληνα γιὰ τὸ κάτι τι τοῦ παίρνουν τὸ σπίτι καὶ μὲ χρήματα τῆς χιλιοκαταραμένης εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης νοικιάζουν σπίτια στοὺς τάχατες πρόσφυγες. Πῶς θὰ βοηθήσουμε τὴν προσφυγιά; Νὰ τοὺς βοηθήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους νὰ παραμείνουν στὸν τόπο τους, ἐκεῖ ποὺ τοὺς φύτεψε ὀ Θεός, νὰ μείνουν στὸ σπίτι τους, στὸ χωράφι τους, στὴν δουλειά τους.

Γιατί, μεγάλε, ξερριζώνεις τοὺς λαοὺς καὶ μετὰ τάχατες τοὺς περιθάλπεις;

Κάτω κάθε ἠθικὴ ἀξία, κάθε σύμβολο τῆς πίστεως, κάθε σύμβολο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους καὶ κάθε ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Ὄχι ἥρωες, ὄχι ἐθνικὲς ἑορτές. Ὅλα αὐτὰ δίδονται στὰ παιδιὰ διεστραμμένα καὶ εὐώνυμα. Ἀπάνω τὸ ψέμα, ἡ εἰρωνία καὶ ἡ τρομοκρατία. Ποτὲ δὲν ὑπῆρξε δημοκρατία στὸν κόσμο. Πάντα τυραννία, δουλεία, μαύρη σκλαβιά. Μέχρι δώδεκα χρονῶ δὲν ἤξερα ὅτι τὸ σπίτι ἔχει κλειδί. Πίστευα ὅτι τὸ κλειδὶ εἶναι στὰ μαγαζιά· στὸ σπίτι πατᾶς τὴν πετούγια καὶ ἀνοίγει ἡ πόρτα. Τώρα, μπαρώσατε τὶς ἐκκλησιές, μπαρώσατε τὰ σπίτια σας, περάστε περάτη στὴν πόρτα σας. Οἱ ληστοπεράτες εἶναι μπροστὰ ἀπὸ κάθε πόρτα. Ἔχουν πολλὰ ὀνόματα. Προσέχετε σὲ ποιὸν ἀνοίγετε. Ἔλεγαν οἱ παλιοί: «Μέρες θὰ περπατᾶς, γιὰ νὰ βρῆς ἕνα χριστιανό». Καὶ ἦρθε αὐτὴ ἡ μαύρη ὥρα, ποὺ νὰ μὴν ἐρχότανε ποτέ. Φώναζαν οἱ παλιοὶ στοὺς τόπους τῆς συγκέντρωσης: «Χριστιανοί, χριστιανοί» καὶ γύριζαν ὅλοι τὸ κεφάλι. ΤώΑρα… κανείς. Ὅλοι τὸ σκύβουν νὰ μὴ φανοῦν χριστιανοί.

Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Γένους, τοῦ Ἔθνους μας καὶ τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων χριστιανῶν. Καὶ ἀπέλασον τοὺς ἀπίστους μακράν, ἐκεῖ ποὺ δὲν κατοικεῖ ἄνθρωπος, ἐκεῖ ποὺ δὲν ἐπισκοπεῖ οὔτε ὁ Θεός. Ἀμήν.

Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Τον αετό τον έκλεισαν μέσα σ’ ένα κοτέτσι

Τον αετό τον έκλεισαν μέσα σ’ ένα κοτέτσι.
Κι ο κόκορας τον ρώτησε: 
« Γιατί πικραίνεσ’ έτσι,
που τα ’χεις όλα τώρα;
Και το νερό στον τόπο του, και το φαϊ στην ώρα,
και στα κατσάβραχα δεν πας, 
όπου μπορεί στο τέλος
μες στα καλά καθούμενα να φας κανένα βέλος.
Για πες μου τί σου λείπει
κι όλο σε δέρνει η λύπη
και την καρδούλα σου χαλάς;»
Κι εκείνος τ’ αποκρίθηκε: «Σαν κόκορας μιλάς».

«Μύθοι», Αλέκος Φωτιάδης από το βιβλίο «Νεοελληνικά Αναγνώσματα Α΄ Γυμνασίου» ΟΕΔΒ 1976

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Ή κυρά Φωτεινιώ καί τό Άκτιστο Φώς


...«Πριν δέκα χρόνια, δώδεκα χρόνια γνώρισα μία Ψυχή. Μία Αγία Ψυχή. Θα πούμε ένα όνομα για να κρατήσουμε πάλι το προσωπικό δεδομένο. Την λένε Φωτεινιώ...Ή εγώ την λέω Φωτεινιώ. Η κυρά Φωτεινιώ ήρθε με οικογένεια στο σπίτι της μητέρας μου, εκεί που φιλοξενούμουνα τότε γιατί δεν είχα σπίτι και είχανε τακτοποιήσει τότε το χώρο, -καλοσύνη της η μητέρα μου-, είχε κάνει ένα μικρό Αρχονταρίκι με τα Εικονίσματά μας, με το Καντήλι, με τα κεράκια μας, με τα Άγια Λείψανα και είχαμε ένα μικρό καναπέ που με χωρούσε εμένα. Τον ανοίγαμε και κοιμόμουνα το βράδυ και το πρωί τον μαζεύαμε και στολιζόταν και ήτανε σαν μικρό Αρχονταρίκι, που μπορούσα εγώ να ακούσω κάποιον λογισμό ή κάποιος να με συμβουλευτεί ή να ακούσει μια γνώμη, κάπως κατ’ιδίαν.

Ήρθαν λοιπόν ένα απόγευμα αυτό το ζευγάρι, τέσσερα άτομα και έφεραν μαζί τους την κυρά Φωτεινιώ. Θα ταν εξηντατριό, εξήντα τεσσάρων χρονών. Μια μικρόσωμη γυναίκα αλλά με πολύ φωτεινό Πρόσωπο. Και μου λέει: “Πάτερ μου, έμαθα οτι είστε από το Σινά. Και μου συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό και ήρθα να ρωτήσω Εσάς γιατί φοβούμε οτι δεν μπορώ να τα πω στον καθένα αυτά που μου συμβαίνουν». Λέω: “Ευχαρίστως, κυρία Φωτεινή μου. Περάστε».

Καθίσαμε λοιπόν στο μικρό Αρχονταρίκι και άρχισε να μου διηγείται οτι γεννήθηκε κάπου στη Στερεά Ελλάδα και στα εφτά της χρόνια ορφάνεψε. Έπεσε δυστυχώς σε άπληστους θείους οι οποίοι διαμέλισαν εν μια νυκτι την περιουσία της και την σφετεριστήκανε και την κακομεταχειριζόντουσαν. Αυτή η κακομοίρα, μικρή και ευαίσθητη, προσκολλήθηκε στη γειτόνισά της, την κυρά-παπαδιά η οποία ήταν και αυτή χήρα και είχε τρία κορίτσια. Ευτυχώς, η μεγάλη της είχε προλάβει να πάει στην Ακαδημία να γίνει δασκάλα και έτσι βγάζαν τα προς το ζειν. Αλλά επειδή ήταν νοικοκυρές, είχε μάθει η παπαδιά και τα άλλα κορίτσια και μάθαινε και την Φωτεινιώ, να κεντάνε προίκες για τις πλούσιες κοπέλλες, -τότε δεν υπήρχαν οι μηχανές και δεν υπήρχαν τα έτοιμα ενδύματα. Έτσι λοιπόν κεντούσαν τα μονογράμματα στα σεντόνια, στις μαξιλαροθήκες, στις πετσέτες και κάναν άλλα κεντήματα. Και βγάζαν τα προς το ζειν.

Δίπλα με την παπαδιά που καθόταν όλη την μέρα η Φωτεινιώ από τα εφτά της χρόνια, την άκουγε να προσεύχεται. Μα η παπαδιά μέσα στους Ψαλμούς που έλεγε, έλεγε και κάτι: «Φχαριστώ Συ. Φχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω.» Την άκουγε να το λέει συνέχεια και σαν πεδούλα η κυρά Φωτεινιώ την ρώτησε: “Θειά παπαδιά, γιατί συνέχεια λες ευχαριστώ; Γιατί λες, Ευχαριστώ Συ Κύριε;» Λέει: «Τι να πω άλλο παιδί μου; Μας έδωσε τόσα αγαθά ο Θεός και μας έχει καλά και με την Χάρη του Θεού Τον γνωρίζουμε. Μόνο ευχαριστώ μπορώ να Του πω. Τίποτε άλλο δεν μπορώ να ζητήσω».
Έτσι, η Φωτεινιώ μεγάλωσε και ενστερνίστηκε αυτή την Ευχή. Σαν να μην ήξερε άλλη Ευχή και σαν να μην ήξερε άλλη Προσευχή, ό,τι της συνέβαινε έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε».
Έμεινε μέχρι τα δεκαεφτά της χρόνια να κοιμάται στους θείους της στο σπίτι και το πρωι,
πρωι-πρωί να φεύγει και να πηγαίνει στης κυρα-παππαδιάς και να της δίνει και εκείνη ένα
χαρτζιλίκι έτσι ώστε να μην χρεώνει τους θείους της για τα δικά της έξοδα.

Στα δεκαεφτά της χρόνια, πήγε μια εκδρομή σε ένα Μοναστήρι, μαζί με την κυρα-παππαδιά και με την Ενορία, στην Βόρεια Ελλάδα σε ένα γυναικείο Μοναστήρι και πόθησε η κακομοίρα να γίνει Μοναχή. Της άρεσε τόσο πολύ αυτή η ζωή που κατανενυγμένη ζήτησε να γίνει. Όμως έπρεπε να έχει γονείς να την αφήσουν γιατί ήταν ανήλικη. Και έτσι γυρίζοντας βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δυσάρεστο γεγονός οτι οι θείοι της για να την ξεφορτωθούν της είχαν βρει ένα γαμπρό ο οποίος φυσικά δεν θα ήταν και σόι αφού δεν ζήταγε προίκα. Έτσι λοιπόν σε ένα χρόνο, άρον άρον την παντρέψανε. Η κακομοίρα όμως αντιμετώπιζε το πρόβλημα οτι αυτός είχε καφενείο και δυστυχώς μάθαινε να πίνει και ήταν και έπινε και άλλες ουσίες εκεί στο καφενείο και τα πράγματα δυσκόλεψαν.

Γέννησε όμως, του χάρισε τρία παιδιά: ένα αγόρι, τον Φάνη και δύο κορίτσια. Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους να σας πω. Αλλά θυμάμαι οτι είχε τρία παιδιά. Και η κακομοίρα προσπαθούσε να τα αναθρέψει με Νουθεσία Κυρίου. Αυτός όμως όποτε γύριζε από το καφενείο μεθυσμένος ή το παιδί το ένα ήταν άρρωστο ή γκρίνιαζε, προσπαθούσε να τα μαλώσει και να τα δείρει και αυτή η κακομοίρα έβαζε τον εαυτό της μπροστά και έτρωγε αυτή το ξύλο. Έτσι εκτός από τις βρισιές που δεχόταν, αυτή έτρωγε και το ξύλο, έτρωγε και κανα παιδάκι ξύλο. Και η κακομοίρα πάντοτε με την Ευχή «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Ποτέ δεν παραπονέθηκε.

Στα τέσσερα πέντε χρόνια του γάμου της, επειδή δεν πήγαινε καλά η επιχείρηση του άντρα της, τα ξαδέλφια του του είπανε: «’Ελα σε μας στην Πρωτεύουσα του νομού να βρούμε ένα καφενείο να βάλουμε το βιος μας με το βιος σου να κάνουμε ένα μεγάλο καφενείο». Όντως έτσι έγινε. Βρήκαν και ένα σπιτάκι στην άκρη του χωριού που είχε ένα πηγάδι και μια μικρή στάνη και μπορούσαν να επιβιώσουνε και οι δυο φτωχικά και όντως κάναν το καφενείο μεγαλύτερο αλλά σιγά σιγά ο καφενές έγινε καφετέρια, η καφετέρια έγινε καφέ-μπαρ και σιγά σιγά έγινε νυκτερινό κέντρο... Με πεταλουδίτσες, με διάφορα τυχερά παιγνίδια. Γυρνούσε αργά ο Ανέστης, δεν του άρεσε πια η κυρα-Φωτεινιώ, φώναζε, την έλεγε «μούχλα», την έλεγε «πανούκλα», την έλεγε «χολέρα». Την έβριζε, την ταπείνωνε. Εκείνη πάντοτε με ταπείνωση και πολύ καρτερία έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε»

Δεκαοχτώ χρόνια πέρασε αυτό το μαρτύριο. Δεν την αφήναν να πάει στην Εκκλησία και μου έλεγε με δάκρυα: “Πέρναν, παππά μου, τα παπούτσια μου και τα ρίχναν στο πηγάδι ή τα ρίχναν στη κοπριά για να μην μπορώ να πάω. Πώς θα πάω; Ξυπόλητη; Και τα έβγαζα, τα έπλενα και μετά τα φορούσα”. Και λέω: «Τον χειμώνα, κυρά Φωτεινιώ; Βρεμένα τα φορούσες;» «Οχι» λέει, «τα άλοιφα και με λίγο λάδι να μην με λέει η γειτονιά ανοικοκύρευτη. Και πήγαινα στην Εκκλησία και δεν με ένοιαζε.»

Έτσι λοιπόν μετά από δεκαοχτώ χρόνια δύσκολης ζωής, μια μέρα ήταν Καθαρή Δευτέρα, είχε έρθει ο κυρ-Ανέστης από βραδίς στο σπίτι, κατά τις τέσσερις το πρωί τα χαράματα και κοιμόταν, εκείνη ετοίμασε το πρωί τα καλαθάκια για τα παιδιά της, τα μπουγαλάκια τους με τα νηστίσιμά τους για να πάνε να γιορτάσουν τα Κούλουμα έξω στην ύπαιθρο, σηκώνεται μπουρινιασμένος ο κυρ-Ανέστης και λέει: «Φάνη σήκω. Και ετοίμασε την ψησταριά, γιατί θα βάλουμε να ψήσουμε κρέας και να χορτάσουμε. Σήμερα κάλεσα τα παιδιά που είναι κλειστή η ταβέρνα να πιούμε και να φάμε όλοι μαζί.» Και τόλμησε η κακομοίρα η κυρά-Φωτεινιώ να πει: «Βρε Ανέστη μου, σήμερα είναι Καθαρά Δευτέρα. Οι Χριστιανοί όλοι νηστεύουν και τιμάνε την αρχή της Σαρακοστής, που στην Μεγάλη Βδομάδα ο Χριστός μας σταυρώθηκε για την Σωτηρία μας. Τι θα κάνουμε; Σαν τους Εβραίους να φάμε Καθαρά Δευτέρα κρέας;” “Ρε, εσύ θα με πεις, πανούκλα, Εβραίο, εσύ θα με πεις...» και εκεί που άρχισε να την φωνάζει και να την βρίζει, πέταγε τα πράγματα από το σαλόνι του στο σπίτι του, έσπαγε τα πράγματα και όπως πηγαίνει να την χτυπήσει...τον επισκέπτεται ο Κύριος εν βραχίονι υψηλό και πέφτει κατάχλωμος κάτω. Άρχισε να τρέμει, μαζευτήκαν τα παιδιά, άρχισε ο γιός να φωνάζει στην μάνα του «Εσύ φταις ρε μάνα γιατί τον σκότωσες τον πατέρα μας. Τι του έκανες;”…Ήταν κατάσταση τραγική. Ήταν και τεράστιος ο κυρ-Ανέστης. Ήρθαν οι γείτονες. Τον βάλαν στο κρεβάτι και όταν ήρθε ο γιατρός το μόνο που διαπίστωσε ήταν ότι, δυστυχώς, είχε υποστεί ημιπληγία, είχε αγγιχτεί το κέντρο της ομιλίας του, είχε στραβώσει το στόμα του και το δεξί του χέρι και το δεξί του πόδι είχαν παραλύσει. Οκτώμισι χρόνια τον διακονούσε με υπομονή, χωρίς να λέει τίποτε παρά μόνο: “Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». Τα παιδιά της την βασάνιζαν, την γιουχάρανε, την κοροιδεύανε, της κάναν τα ίδια, εκείνη υπέμενε λέγοντας πάντοτε: “Ευχαριστήσομεν  τω Κυρίω». Μούγκριζε καμιά φορά ο κυρ-Ανέστης. Λέω: “Πώς τα κατάφερνες κυρά Φωτεινιώ;” “Τι να κανα;” λέει «πάτερ μου. Στην αρχή δεν καταλάβαινα. Κι όταν πήγα μια φορά κοντά του, τότε με το αριστερό του χέρι, που ήταν το μόνο γερό, μου έπιασε την κοτσίδα και με κοπάναγε. Και δεν με άφησε πάρα μόνο μετά από μισή ώρα, όταν κουράστηκε το χέρι του. Τότε μόνο ησύχασε.» «Και το κανες αυτό συχνά κυρά Φωτεινιώ;» «Ε, Δόξα τω Θεώ. Όχι πολύ συχνά. Κανα δυο φορές την εβδομάδα. Λίγο να ξεκουράζεται. Γιατί ο καημένος έχει άγχος». Και δεν τον κατέκρινε. Δόξα τω Θεώ, έλεγε. Και της τραβούσε τα μαλλιά μόνο δυο φορές την εβδομάδα. Τέλος πάντων.

Μια Παραμονή των Θεοφανείων μετά τα οκτώμισι χρόνια, ήταν οι Μεγάλες Ώρες. Και αφού η κακομοίρα πήρε τον μικρό Αγιασμό πήγε σπίτι της γρήγορα γρήγορα να ευπρεπίσει το σπίτι της, να ετοιμάσει το Καντήλι της, να θυμιάσει γιατί θα περνούσε ο παπα-Βασίλης να αγιάσει το σπίτι. Και όντως πέρασε ο παπα-Βασίλης. Και άγιασε το σπίτι. Και ήθελε- δεν ήθελε ο κυρ-Ανέστης τον διάβασε μια Ευχή, μουγκρίζοντας ο κυρ-Ανέστης γιατί δεν αγαπούσε τους παπάδες αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς, πού να πάει να σηκωθεί αφού ήταν παράλυτος;  Τον διάβασε ο παπάς όμως και έφυγε.

Στο κατόπι όμως του παπα-Βασίλη, έρχεται ο Θεοφάνης. Ο Φάνης. Ο γιος. Και αρχίζει και φωνάζει: «Τι βρωμοκοπάει εδώ σαν τα νεκροταφεία; Και εσείς και τα νεκροταφεία σας. Άντε πάλι, μούχλα, εσύ. Πάλι θύμιασες; Και με τα θυμιατά σου τι βρήκαμε; Να, πίσω πάμε. Και τι ωφεληθήκαμε εμείς με τα θυμιατά σου;» και με τα νεύρα του, πετάει το Καντήλι, πετάει τις Εικόνες, ρίχνει τα κεριά και βγαίνει η κακομοίρα έξω για να δει τι γίνεται στο σαλόνι από την κουζίνα γιατί είχε ανοίξει φύλλο και ετοίμαζε πίτες γιατί θα ρχόντουσαν την άλλη μέρα να την ευχηθούν και εκείνη και τον γιό της και να μην την δουν ανοικοκύρευτη και εκεί στα νεύρα του παίρνει τον πλάστη από τα χέρια της και της τον κοπανάει στο κεφάλι. Η κακομοίρα από τον πόνο λιποθύμισε και έπεσε κάτω. Και ήρθαν οι γειτόνισσες να την συνεφέρουν, της βάλαν και μια σακούλα με πάγο στο κεφάλι και όταν συνήλθε σε καμιά ώρα και είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη, τρόμαξε. Είχε ένα καρούμπαλο τόσο μεγάλο σαν αβγό στο μέτωπό της. Και είχε αρχίσει να μελανιάζει όλη η δεξιά πλευρά. «Πάτερ μου, στεναχωρήθηκα. Πώς θα πάω στην Εκκλησία με το καρούμπαλο; Πώς θα πάω μελανιασμένη; Τι θα λέει η γειτονιά για τα παιδιά; Καλά ο άντρας σου. Αλλά τα παιδιά; Θα με κουτσομπολεύουν και θα στεναχωριούνται". "Τι έκανες, καλέ κυρά-Φωτεινιώ;» «Έβαλα όλη τη νύχτα κομπρέσα, παπά μου και είπα το πρωί να πω στην κόρη μου να μου δώσει λίγο από έκείνες τις πούδρες που βάζουνε να καλύψω το μελάνιασμα. Αλλά με το καρούμπαλο, τι θα έκανα; Σκέφτηκα, λέει, να βάλω ένα φακιόλι, ένα μαντήλι και να κάνω έτσι όπως κάνουν οι ευσεβείς και να πάω στη άκρη. Να μην πάω στην θέση που πήγαινα στην Εκκλησία.» «Και το κανες, κυρά-Φωτεινιώ"; Λέει:«Ναι. Σηκώθηκα πρωί πρωί». Σηκώθηκε η κακομοίρα, τακτοποίησε το σπίτι της, άλλαξε τον κυρ-Ανέστη, τον ξύρισε, τον έπλυνε, τον ετοίμασε, άναψε το Καντήλι της, θύμιασε και έφυγε τροχάδι για την Εκκλησία. «Μα σαν μπήκα, λέει, παπά μου μες στην Εκκλησία, ένα Ουράνιο Φως είδα μες στην Εκκλησία. Ένα φως που έφεγγε και τα πολυέλαια ήταν σβηστά» Λέω: «Και τι χρώμα είχε αυτό το Φως, κυρά-Φωτεινιώ»; "Λευκογάλαζο, παπά μου. Άστραφτε το Φως. Κι εγώ, παρόλο που έκανε κρύο έξω τσουχτερό αισθανόμουνα μια θερμότητα. Μια θερμότητα και μια δροσιά. Και η καρδιά μου άνοιγε. Και έλεγα. “Ευχαριστώ συ, Κύριε".
Πήγα λοιπόν στη ακριανή πόρτα που είναι στα αριστερά, κει που κάθονται οι γυναίκες για να μπορώ να ατενίσω τον Παντοκράτορα, να χαίρομαι, να παρηγοριέμαι. Και όσο προχωρούσε η Λειτουργία τόσο αυτό το Φως αύξαινε. Και όχι μόνο αύξαινε, παπά μου, αλλά έπεφτε και μια χρυσόσκονη και άστραφτε όλο αυτό το Φως, σαν να είχε χιλιάδες μυριάδες αστέρια. Και σαν κοιτάω τον Παντοκράτορα, τι να δω παπά μου; Είχε...Έβγαινε Αυτό το Φως από το Φωτοστέφανο του Χριστού μας, από το Πρόσωπό Του, τα χεράκια Του, το Άγιο Ευαγγέλιο...και κάλυπτε τον κόσμο. Και όσοι ήταν στην Εκκλησία, άλλους τους έλουζε το Φως και έμπαινε μέσα τους το Φως και γινόντουσαν όλοι μια λαμπάδα. Φωτεινή. Γαλαζόασπρη. Στους άλλους δεν έμπαινε μέσα τους το Φως, όμως τους θώπευε.» Και την ρώτησα: «Ήρθε και σε σένα το Φως; Ήρθε στη γωνιά σου, στην γωνίτσα σου το Φως;» «A!Αμ, καλοήρθε παπά μου. Ήρθε.» «Πώς το αισθάνθηκες, κυρά-Φωτεινή;» «Σαν ένα χέρι που με θώπευε. Με άγγιζε από το μέτωπο, με χάιδευε στους ώμους, στα μπράτσα και στις παλάμες. Και μετά με πήγαινε αριστερά. Και το ίδιο πράγμα. Και άνοιξε η καρδιά μου παπά μου και άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυά μου μετά.

Και όχι μόνον αυτό. Αλλά το Χέρι Αυτό μου επούλωσε τις πληγές, μού έκλεισε τις πληγές όλες. Τριανταπέντε χρόνια πληγές που είχα. Τα βρισίδια, τους ξυλοδαρμούς, τους βιασμούς, το ξύλο, την ταπείνωση...όλα μου τα επούλωσε ο Χριστός. Τίποτε δεν αισθανόμουνα. Αισθανόμουνα μια απέραντη ευφορία. Αλλά και κάτι άλλο, παπά μου. Με κλειστά τα μάτια, έβλεπα τα γινούμενα στη Λειτουργία. Έβλεπα τα πάντα. Έβλεπα την Μεγάλη Είσοδο, είδα τους Πατέρες, είδα τη Λειτουργία όλη. Την έζησα στον Παραδεισο...Ξαφνικά όμως είδα τις γυναίκες να αρχίσουν να κινούνται και κατάλαβα οτι πάμε για να κοινωνήσουμε. Ήρθε η ώρα της Θείας Κοινωνίας. Ετοιμάστηκα. Και όπως κοίταζα να δω το τσεμπέρι μου, τι να δω; Το Χέρι μού είχε κάνει καλά και το καρούμπαλο! Δεν είχα ούτε καρούμπαλο! Είχε φύγει το καρούμπαλο. Και με μεγάλη χαρά οτι δεν θα εκτεθώ στην γειτονιά, στάθηκα στη σειρά. Αλλά είπα να δω, κι έτσι δεξιά να δω, ποιος Κοινωνάει; Ο παπά-Βασίλης που ήρθε και μας άγιασε ή ο παπά-Γιάννης; και ξαφνικά, παπά μου...Ούτε ο παπα-Βασίλης ήτανε. Ούτε ο παπα-Γιάννης.

Ένας Δεσπότης... Μα τι Δεσπότης...Τι χρυσά Άμφια φορούσε! Τι διαμάντια και μπριλάντια είχαν πάνω τα ρούχα Του! Άστραφτε ολόκληρος! Και φορούσε μια Κορώνα...Όχι σαν Αυτές των Δεσποτάδων. Μια Βασιλική Κορώνα. Που άστραφταν χιλιάδες τα μπριλάντια και τα διαμάντια. Και πάνω στην Κορώνα Του είχε Αγγέλους. Μα και δίπλα Του είχε δύο Παραστάτες Αγγέλους που κρατούσαν το Μάκτρο. Με έπιασε τρόμος. Τα Χέρια Του, το Πρόσωπό Του, έφεγγαν σαν τον Ήλιο. Και κρατούσε μια χρυσή λαβίδα. Αλλά δεν είχε μέσα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, είχε ένα κάρβουνο αναμμένο. Και η δόλια, λέω, η κακομοίρα, τι θα κάνω; Πώς θα Κοινωνήσω το κάρβουνο; Φαίνεται τέτοια Τυπικά έχουν σήμερα. Άλλος Δεσπότης ήρθε και άλλες συνήθειες έχουν. Και τι να κάνω εγώ; Και πώς θα καώ; Και θα βάλω τις Φωνές στον κόσμο;» «Και τι έκανες, βρε κυρά-Φωτεινιώ; Δεν Κοινώνησες;» «Όχι, λέει. Προφασίστηκα ευγένεια. Και πήγα στην άκρη και έλεγα “Περάστε. Περάστε και εσείς.” Ε. Περάσανε καμια εικοσιπενταριά που ήταν στην ουρά...Μετά δεν είχε άλλο ‘περάστε’. Έπρεπε να μπω εγώ στη σειρά". "Τι έκανες, κυρά-Φωτεινιώ"; "Τι έκανα λέει; Πλησίασα και κοιτάζοντας χαμηλά μην μπορώντας να δω το Πρόσωπο του Δεσπότη, ακόμα και τα παπούτσια Του παπά μου χρυσά ήτανε. Και οι ΑΓΓΕΛΟΙ ΔΙΠΛΑ Του σαν να μην πατούσαν στη γη. Και είπα: ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΣΥ. Άντε, ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ. Ας Είσαι ΕΣΥ και ας καώ. ΕΣΥ να είσαι και ας καώ. Κι εγώ θα Κοινωνήσω. Έκλεισα τα μάτια μου, έβαλα το Μάκτρο (κόκκινο ύφασμα που κρατάμε κάτω από το στόμα μας κατά την Θεία Μετάληψη)  κάτω από το στόμα μου και άνοιξα το στόμα μου". «Κοινώνησες, κυρά-Φωτεινιώ"; «Κοινώνησα παπά μου». "Κάηκες κυρά Φωτεινιώ"; "Όχι, παπά μου. Δροσίστηκε η Ψυχή μου. Άνοιξε η Καρδιά μου. Και άρχισα να λέω από την καρδιά μου : “Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Σε Ευχαριστώ, Συ Κύριε. Και άρχισα φαίνετε να το λέω δυνατά και ξαφνικά ακούω τη φωνή του παπα-Βασίλη να μου λέει: “Κυρά-Φωτεινιώ, είσαι καλά"; Και ανοίγω τα μάτια μου και βρίσκομαι μπροστά στον παπά-Βασίλη που κρατούσε το Άγιο Ποτήριο και σκέπαζε με το Μάκτρο.

Και λέω: "Παναγία μου, θα ρεζιλευτώ”….και πήγα στην άκρη και σκεφτόμουνα: "Όλα αυτά που είδα, παπά μου, ήταν αληθινά; Λες να 'ταν φαντασία; Μα είδα τον Δεσπότη, είδα τους Αγγέλους, είδα τόσα πράγματα, κοινώνησα, είμαι τρελή"; Μόλις τελείωσε ο Αγιασμός και πήγα σπίτι μου, μπήκα αμέσως στην αποθηκούλα να αλλάξω τα ρούχα μου, για να βάλω τα ρούχα του σπιτιού και να βάλω την ποδιά μου να ετοιμάσω το φαγητό. Και σαν ντύθηκα, κάτι μου μύριζε το σπίτι. Και μπαίνω μέσα στο σαλόνι και τι να δω; Η μικρή μου θυγατέρα κρατούσε ένα θυμιατό και θύμιαζε τις Εικόνες. Στη θέση Τους οι Εικόνες, ευπρεπισμένο το καντηλάκι μου, αναμένα τα κεράκια μου και δίπλα στην Παναγία ένα μικρό μπουκέτο λουλούδια. Και μου λέι η κόρη μου: "Χρόνια πολλά, μάνα. Σήμερα μεγάλη ημέρα. Είπαμε να θυμιάσουμε, μιας και σου αρέσει να θυμιάζεις το σπίτι. Αλήθεια, μας έφερες αντίδωρο"; κι εγώ έμεινα... και σκεφτόμουν: “τριανταεφτά χρόνια σε αυτό το σπίτι δεν μου ζητήσανε ποτέ Αντίδωρο”. Και απαντούσα στην κόρη μου: "Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω"! Κι έρχεται και ο γιός μου από το κατόπι μου στο πλάι και σκύβει ταπεινά και μου φυλάει το χέρι και μου λέει: “Συχώρα με μάνα. Συχώρα με.” Και εγώ απαντούσα: "Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω". Και ακούω τον Ανέστη να μου φωνάζει και μπαίνω βιαστική να δω μήπως ήθελε κάτι και τον βλέπω καθήμενο στο κρεβάτι του και μου έκανε σινιάλο με το αριστερό του χέρι. Και σαν τον είδα είχε μια ιλαρότητα το πρόσωπό του και μια γλυκύτητα τα μάτια του. Και του δίνω το χέρι μου, νομίζοντας θέλει να καθίσει και αυτός αρχίζει και μου το φιλούσε. Μέσα και έξω, παπά μου μού το φιλούσε κλαίγοντας και μου λεγε με το μισό του στόμα: "Συχώρα με, Φωτεινιώ. Συχώρα με να χαρείς". Και έρχεται πίσω το παιδί...Και εγώ απαντούσα: "Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω” και έρχεται το παιδί μου πάλι και με φιλάει στο μέτωπο εκεί που ήταν το καρούμπαλο και μου λέει: "Συχώρα με, μάνα. Δεν θα το ξανακάνω. Την Ευχή σου να χω, μάνα”. Κι εγώ απαντούσα: "Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω"!

Κι εδώ σταμάτησε η διήγηση της κυρά-Φωτεινιώς. Για είκοσι λεφτά πλάνταξε στο κλάμα. Κι αφού συνήλθε με ρώτησε με μια παιδική απλότητα, σαν μικρό κοριτσάκι ένοχο: "Πάτερ μου, είμαι κουζουλή; Τρελάθηκα; Λες να με κλείσουν στο Δρομοκαίτειο; Λες να είμαι για δέσιμο και είδα τόσες φαντασίες; Λες να είμαι τρελή; Τι θα πεις, Πάτερ; Τι γνώμη έχεις; Είμαι κουζουλή; Κουζουλάθηκα"; Κι εγώ απάντησα: "Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν για την ύπαρξή σου, κυρά-Φωτεινιώ, τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω"!

Η κυρά-Φωτεινιώ δεν ήταν ο Άγιος Χρυσόστομος, ούτε ο Άγιος Νείλος, ούτε ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ούτε ο Μέγας Παϊσιος. Ήταν μια Ψυχή σαν κι εσάς, σαν κι εμάς. Απλώς έμαθε καλά στην καρδιά της να λέει: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω» και ο Θεός την πλήρωσε πλουσιοπάροχα. Θα σας πω και την έκβαση γιατί ξερω πως θα χαρείτε. Σήμερα, χήρα πια η κυρά-Φωτεινιώ, είναι Μοναχή και πηγαίνουν τα παιδιά της και της φιλούν το χέρι και το μέτωπο. Και έχω την χαρά μια φορά τον χρόνο να πάω κι εγώ να της φιλάω το χέρι. Και εκείνη κάθεται εκεί και αφουγκράζεται και θυμάται τον Δεσπότη Χριστό, που την κοινώνησε με την χρυσή Λαβίδα το Τίμιο Φρικτό Σώμα και Αίμα Του.

Είθε η Χάρις του Θεού να λαβώσει την Καρδιά μας με την Άπειρη αγάπη Του και να μας διδάξει από τα κατάβαθα, τα τρίσβαθα της καρδιάς μας, αναβαθμίζοντας την δική μας παιδική Προσευχή σε ευχαριστιριακή, να λέμε κι εμείς, δίνοντας το μπόλι της καρδίας και του σώματος: “Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω, πάντων ένεκεν».

                                                                                                π. Αρσένιος Σιναΐτης     Δημήτρια 2016

Από email....

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Του Άλμπερτ Αϊνστάιν ( Η καθολική δύναμη της αγάπης )


Μια επιστολή από τον Άλμπερτ Αϊνστάιν στην κόρη του: 

"Στα τέλη της δεκαετίας του 1980,  η κόρη του  Αϊνστάιν, Lieserl δώρισε 1.400 επιστολές, που γράφτηκαν από τον πατέρα της , στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο, με εντολή να μην δημοσιεύσουν το περιεχόμενό τους, μέχρι δύο δεκαετίες μετά το θάνατό του. Αυτή είναι μία από αυτές.
«Όταν πρότεινα τη θεωρία της σχετικότητας, ελάχιστοι με κατάλαβαν, και αυτό που θα αποκαλύψω  τώρα  θα συγκρουστεί με την παρανόηση και την προκατάληψη του κόσμου.
Σου ζητώ να φυλάξεις τα γράμματα για όσο διάστημα χρειαστεί, χρόνια, δεκαετίες, έως ότου η κοινωνία είναι αρκετά προηγμένη για να δεχτεί αυτό που θα εξηγήσω παρακάτω.
Υπάρχει μια εξαιρετικά ισχυρή δύναμη που, μέχρι σήμερα, η επιστήμη δεν έχει βρει επίσημη εξήγηση για αυτήν. Είναι μια δύναμη που περιλαμβάνει και διέπει όλους, είναι πίσω από κάθε φαινόμενο που λειτουργεί στο σύμπαν και δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί από εμάς. Αυτή η παγκόσμια δύναμη είναι η ΑΓΑΠΗ.

Όταν οι επιστήμονες ερεύνησαν για μια ενοποιημένη θεωρία του σύμπαντος ξέχασαν την πιο ισχυρή αόρατη δύναμη. Η αγάπη είναι φως, που φωτίζει αυτούς που δίνουν και  λαμβάνουν. Η αγάπη είναι βαρύτητα, επειδή κάνει τους  ανθρώπους να αισθάνονται έλξη για άλλους. Η αγάπη είναι δύναμη, διότι πολλαπλασιάζει το καλύτερο που έχουμε, και επιτρέπει στην ανθρωπότητα να μην σβήσει στον τυφλό εγωισμό της. Η Αγάπη ξεδιπλώνει και αποκαλύπτει. Για την αγάπη ζούμε και πεθαίνουμε. Αγάπη είναι ο Θεός και  Θεός είναι η Αγάπη.
Η δύναμη αυτή εξηγεί τα πάντα και δίνει νόημα στη ζωή. Αυτή είναι η μεταβλητή που έχουμε αγνοήσει για πολύ καιρό, ίσως γιατί φοβόμαστε την αγάπη, γιατί είναι η μόνη ενέργεια στο σύμπαν που ο άνθρωπος δεν έχει μάθει να οδηγεί κατά βούληση.
Για να δώσω ορατότητα στην  αγάπη, έκανα μια απλή αντικατάσταση στην πιο διάσημη εξίσωση μου. Αν αντί για E = mc2, δεχθούμε ότι η ενέργεια για να θεραπεύσει τον κόσμο μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την αγάπη όταν πολλαπλασιάζεται με την ταχύτητα του φωτός στο τετράγωνο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η αγάπη είναι η πιο ισχυρή δύναμη που υπάρχει, διότι δεν έχει όρια.
Μετά την αποτυχία της ανθρωπότητας στη χρήση και τον έλεγχο των άλλων δυνάμεων του σύμπαντος, που έχουν στραφεί εναντίον μας, είναι επιτακτική ανάγκη να τραφούμε με ένα άλλο είδος ενέργειας ...
Αν θέλουμε το είδος μας να επιβιώσει, αν θέλουμε να βρούμε το νόημα της ζωής, αν θέλουμε να σώσουμε τον κόσμο και κάθε ον με αισθήσεις που κατοικεί σε αυτόν , η αγάπη είναι η μία και μοναδική απάντηση.
Ίσως δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι να κάνουμε  μια βόμβα αγάπης, μια συσκευή αρκετά ισχυρή ώστε να καταστρέψει εντελώς το μίσος, τον εγωισμό και την απληστία που καταστρέφουν τον πλανήτη.
Ωστόσο, κάθε άτομο φέρει μέσα του μια μικρή αλλά ισχυρή γεννήτρια αγάπης της οποίας η ενέργεια περιμένει να απελευθερωθεί.
Όταν μάθουμε  να δίνουμε  και να λαμβάνουμε  αυτή την παγκόσμια ενέργεια, αγαπητή Lieserl, θα έχουμε επιβεβαιώσει ότι η αγάπη κατακτά τα πάντα, είναι σε θέση να ξεπεράσει τα πάντα, γιατί η αγάπη είναι η πεμπτουσία της ζωής.
Με λυπεί βαθύτατα  που δεν μπόρεσα να εκφράσω  ό, τι έχω  στην καρδιά μου, που χτυπά για σένα μια ζωή.  Ίσως είναι πολύ αργά για να ζητήσω συγγνώμη, αλλά καθώς ο χρόνος είναι σχετικός, πρέπει να σου πω ότι σ αγαπώ και πως χάρη σε εσένα έφτασα  στην τελική απάντηση! ".
Ο πατέρας σου,
Άλμπερτ Αϊνστάιν"


Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Ηγούμενος Μ. Δοχειαρίου Αγίου Ορους : Η Ελλάδα και τα τέκνα του Μωάμεθ!

Του Καθηγουμένου της  Αγίου Ορους, .
Ο Θεός, όταν δημιούργησε τον αισθητό παράδεισο, ούτε στην Ευρώπη τον έστησε, ούτε στην Αμερική, αλλά στην Ανατολία. Πως σήμερα από την πάμπλουτη αυτήν χώρα έχουμε πρόσφυγες στην Ελλαδίτσα; Και αυτό φαίνεται με μια ματιά που τους ρίχνεις. Κινητά της τελευταίας τεχνολογίας, η χανούμισσα κολάν παντελόνι, τσεμπέρι και τσιγάρο. Δυστυχώς στην εποχή του  δεν υπήρχε το μακιγιάρισμα, για να το απαγορεύση, και σήμερα καλοφροντισμένες εμφανίζονται στον χώρο μας. Περισσότερο από εξακόσια χρόνια οι πρόγονοί μας αγωνίστηκαν να διώξουν τον μουσουλμανισμό και να διώξουν τα τζαμιά. Και σήμερα πλησιάζει ο καιρός που θα είναι περισσότεροι οι  στην χώρα μας από τους ορθοδόξους χριστιανούς.
Από αιώνες ο Θεός μοίρασε τα έθνη και στο καθένα έδωσε το κομμάτι του. Δεν πάω στην πατρίδα τους να τους πολεμήσω, αλλά δεν τους θέλω στην χώρα μου. Δεν είναι σωβινισμός αυτό. Οι καμπάνες κάνουν ηχορρύπανση· ο χότζας που σε λίγο θα φωνάζη στα τζαμιά τρεις φορές την ημέρα δεν θα ενοχλή; Μισούν την πίστη μας, μισούν τον Σταυρό, τον Χριστό και την Παναγία.
Και δυστυχώς κινούνται επίσκοποι και αρχιεπίσκοποι προς τις σκηνές τους, βγάζοντας το εγκόλπιο και τον Σταυρό, για να μην ερεθίζουν τα τέκνα του !
Και σιγά-σιγά, οι σκηνές γίνονται πελώρια ξενοδοχεία και οικοδομές που αρπάζουν οι τράπεζες από τους δύστυχους Έλληνες.

Αυτοί που κυβερνούν και τους κουβάλησαν εδώ με τις δυνάμεις του σκότους δεν ρίχνουν μια ματιά στα συσσίτια και στα άστεγα και ταλαίπωρα παιδιά της Ελλάδος; Και το πιο σπουδαίο απ’ όλα, στα άνεργα παιδιά, που τα πιο γερά μυαλά φεύγουν προς δυσμάς, για να επιβιώσουν; Είπε ο Χριστός αγάπη, αλλά είπε και το κάθε έθνος στα όριά του και να μην εισέρχεται στο άλλο έθνος. Η μίξη των Ελλήνων με τους , που δεν έχουν ιερό και όσιο, που δεν έχουν καμιά ηθική, αλλά όλα είναι απόλαυση, δεν θα του αλλάξη το ήθος και το ύφος και την ταυτότητα αυτού του αγίου τόπου;
Βρε, δεν ακούτε που τρίζουν τα κόκκαλα των προγόνων μας; Δεν φτάνουν στα αυτιά σας τα βογγητά και οι καημοί των προγόνων μας στο παιδομάζωμα; Αυτό είναι ένας καινούργιος τρόπος παιδομαζώματος, μίξεως και συγχύσεως. Από τους απογόνους του Ισλάμ καταστράφηκε όλη η λατρεία του αληθινού Θεού και η Ρωμιοσύνη αφανίστηκε. Δυό μεγάλους εχθρούς συνάντησε στον δρόμο της η Ορθόδοξη Εκκλησία, τον παπισμό και τον ισλαμισμό. Και αυτοί σήμερα σφιχταγκαλιάζονται για να κατασβέσουν την λαμπάδα του κόσμου, που είναι η Ελλάδα. Αφήστε τις «φιλανθρωπίες» και ελάτε στα συγκαλά σας. Εάν τους προγόνους μας έκαψαν, έσφαξαν, τηγάνισαν, εμάς γιατί θα μας φερθούν καλύτερα; Επειδή τους δεχθήκαμε στην χώρα μας;
Φαινόμενο μεγάλης παράνοιας υπάρχει σ’ αυτήν την μικρή χώρα. Χρόνια τώρα δεχόμαστε απειλές απ’ το Ισλάμ. Που θα πας; Που θα περπατήσης και δεν θα κλάψης; Οι πρόσφυγες που ήρθαν απ’ την Μικρά Ασία και τον Πόντο ήρθαν ξυπόλητοι, γυμνοί, πεινασμένοι, ακρωτηριασμένοι. Αυτοί δεν είναι πρόσφυγες, είναι κατακτητές, είναι οι ρώθωνες του διαβόλου.
«Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί εγκατέλιπές μας;»
Ξωμάντρι του διαβόλου κατήντησε η Ελλάδα και κάθε άθεος και αντίχριστος και διεφθαρμένος βρίσκει καταφύγιο στην χώρα αυτή των μαρτύρων και των Αγίων. Υπάρχει λύσσα καταστροφής αυτού του πανάρχαιου λαού που λέγεται Ελληνισμός και της Ορθοδοξίας. Ποιος θα απαντήξη το κακό; Οι άθεοι κρατούντες η ο πάπας που έχει γίνει -αλλοίμονο- το μεγάλο προσκύνημα των ορθοδόξων; Δυστυχώς όπως καταντήσαμε και όστια θα φάμε και κοράνι θα κρατάμε.
Πηγή: http://www.vimaorthodoxias.gr

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

τα προφητικά λόγια της Γερόντισσας Λαμπρινής


Προφητικά λόγια που είπε πριν από 26 χρόνια και σήμερα επαληθεύονται.

«Τι το θες παιδί μου τόσο μεγάλο σπίτι; Θα έρθει καιρός που θα βάλουν φόρο και στα βήματά σας μέσα σ‘ αυτό, και στα άτομα που είστε μέσα»!(Τώρα έχουμε τεκμήριο διαβίωσης – φορολόγηση τετ. μέτρων και το χαράτσι).

«Τυχεροί όσοι θα μένουν σε καλύβες (μικρά σπιτάκια). Τα αυτοκίνητα θα τα αράξει ο κόσμος στις αυλές του!! Αν έχεις δουλειά θα δουλεύεις όλη μέρα, το μισό μεροκάματο θα το δίνεις για βενζίνη για να πάς στη δουλειά σου και το υπόλοιπο να ταΐσεις τα παιδιά σου και αν φτάσουν για να φάνε… Την αποθήκη που βάζει ο πατέρας σου το χόρτο για τα ζώα θα σε παρακαλάνε για να μείνουν μέσα!»

«Γεμάτος έκπληξη της είπα. Βρε γιαγιά έχει ποντίκια μέσα! Η γιαγιά μου είπε:

– Όταν κάποιος δεν έχει πού να βάλει την οικογένειά του, τα ποντίκια θα υπολογίσει; Αφού έριξε μια ματιά στον ουρανό με κοίταξε και μου είπε:

– Θα είναι άτομα από την Αθήνα και από άλλα μέρη και από νησιά θα έρθει κόσμος! Πότε θα γίνουν αυτά γιαγιά; Δεν θα ζω εγώ τότε!»

Είπε επίσης η Γερόντισσα Λαμπρινή το 1990:

«Θα σας αναγκάσουν να πάρετε μια κάρτα-ταυτότητα. Θα κάνετε όλες τις συναλλαγές σας με αυτή. Να μη την πάρετε, είναι του Αντιχρίστου. Όποιος την πάρει αμέσως ξεβαπτίζεται. Είπε επίσης ότι θα αναγκάσουν τον κόσμο να πάρει τη κάρτα με διάφορους τρόπους. Αυτές, είπε, θα βγουν στον Βόλο.»

«Τα πράγματα θα αλλάξουν, δεν θα είναι όπως τώρα. Θα έρθει μεγάλη φτώχεια! Θα πουν, είσαι μακροχρόνια άνεργος, δικαιούσαι ένα βοήθημα οικονομικό, για να το πάρεις όμως θα πρέπει να έχεις την κάρτα-ταυτότητα. Εκεί θα εξαπατηθούν πολλοί… Σκέψου ένα πατέρα με τρία παιδιά που έχουν τρεις μέρες να φάνε. Θα τρέχει αμέσως να πάρει τη κάρτα, για να αγοράσει λίγα μακαρόνια, λίγα φασόλια…» (Δεν μιλάει για απλή τραπεζική κάρτα, αλλά για (υπερ) κάρτα-ταυτότητα)…

«Η Ελλάδα, μια ώρα, οικονομικά θα πέσει έξω! Τα λεφτά θα εξευτελιστούν. Τυχεροί όσοι θα έχουν χρυσό (ως μέσο συναλλαγής) και ένα κομμάτι γης»

«…Όταν τα παιδιά έδιναν πανελλήνιες εξετάσεις προσευχόμουν συνέχεια για αυτά. Τότε παρουσιάστηκε ο Κύριος μπροστά μου στενοχωρημένος, γιατί οι άνθρωποι δεν κάνουν προσευχή. Μου είπε ο Κύριος:

– Δεν ζητάω πολλά από τους ανθρώπους, έστω λίγη προσευχή σε Μένα γιατί δεν κάνουν; Από τα παιδιά δεν ζητάω πολλά, καταλαβαίνω την αγωνία τους και το κόπο τους! Όλη μέρα σχολείο και διάβασμα, αλλά γιαΜένα τίποτα! Από τα παιδιά θέλω έστω 10΄ λεπτά προσευχή την ημέρα για Μένα! Έχω δώσει τα πάντα στους ανθρώπους! Μέχρι να μιλάει και να βλέπει ο γονιός το παιδί του που είναι στην άλλη άκρη της γης!

Αλλά αυτοί συνεχίζουν να προσκυνούν αυτόν και μου έδειξε τον διάβολο που στεκόταν έξω από το σπίτι μου! Όποιος θέλει ας με ακολουθήσει, μόνον αυτούς θα σώσω. Και από τον αέρα που θα αναπνέουν θα χορταίνουν!»

Πηγή : http://www.makeleio.gr/