Δημοσίευση: 28 Αυγούστου 2017
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΚΩΔΙΚΟΓΡΑΦΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
Ἀνήσυχος ὑπὲρ τὸ δέον, ζητῶ σὰν τὸ πιὸ ἀναγκαῖο πρᾶγμα στὴν ἐποχή μας νὰ κωδικοποιηθοῦν, ὄχι μόνον τῆς κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ἀλλὰ καὶ τῶν προκατόχων τους τὰ γκρεμίσματα καὶ οἱ καταστροφές, καὶ κυρίως αὐτὲς ποὺ σὰν ξαφνιάσματα πραγματοποιήθηκαν τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ στὸν πολιτικὸ κόσμο καὶ στὸν ἐκκλησιαστικό. Ἴσως πολλοὶ σκεφθοῦν ὅτι ἐβράδυνα. Ἡ βραδύτητα ὅμως αὐτὴ θὰ μᾶς δώση καλύτερη εἰκόνα γιὰ τὰ ὅσα διεπράχθησαν σ᾽ αὐτὴν τὴν γωνιὰ τοῦ κόσμου.
Δὲν εἶναι ἡ Ἑλλάδα ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ κράτη, ἀλλὰ πάντοτε ὑπῆρξε τὸ μοναδικὸ κράτος τῆς ὑψηλῆς φιλοσοφίας καὶ τοῦ ἀληθινοῦ πολιτισμοῦ. Δὲν θριάμβευσε ποτὲ ἡ Ἑλλάδα στὸν τεχνικὸ πολιτισμό, ἀλλὰ στὸν πνευματικό. Ἂν τὴν χαρακτηρίσουμε γωνιὰ τοῦ κόσμου, δὲν θὰ εἶναι ἄστοχο, γιατὶ σ᾽ αὐτὴν προσέκρουσαν ὅλοι οἱ πολιτισμοὶ τῆς γῆς. Ὅλοι οἱ διψασμένοι θέλησαν νὰ ξεδιψάσουν ἀπὸ τὶς πηγές της καὶ ὅλοι οἱ πεινασμένοι νὰ χορτάσουν ἀπὸ τὰ ἐδέσματα ποὺ μαγείρεψαν οἱ αἰῶνες σ᾽ αὐτὸ τὸ κακκάβι τὸ ἐκλεκτό, ποὺ λέγεται Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι, ὅπως εἶπε ἕνας ὑπουργός, «ἕνα κράτος», ἀλλὰ «τὸ κράτος».
Αὐθαδίασαν οἱ μυσεροὶ καὶ κακόμοιροι, γιατὶ δὲν ἄντεχαν στοὺς ὤμους τους τέτοιες βαρειὲς κληρονομιές. Καὶ ἀπεφάσισαν νὰ σκορπίσουν τὴν οὐσία τῶν προγόνων τους καὶ νὰ κάνουν τὴν Ἑλλάδα ἕνα κράτος σὰν τὰ ἄλλα κράτη, ποὺ δὲν ἔδωσαν στὸν κόσμο παρὰ μόνον βαρβαρότητες καὶ σκοτασμούς. Τὸ μπουχαρὶ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔβρασε μόνον νερό, ἀλλὰ μαγείρεψε καὶ ἐδέσματα γιὰ ὑψηλὰ καὶ μεγάλα καὶ πεπλατυσμένα στόματα καὶ καρδιὲς καὶ μυαλά. Σταματᾶτε, κοράκια, νὰ πετᾶτε μπροστὰ στὸν ἥλιο. Ἡ Ἑλλάδα πάντα θὰ εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου καὶ ὁ λύχνος ἐπὶ τῆς λυχνίας καὶ θὰ φέγγη σ᾽ ὅλη τὴν οἰκουμένη. Σταματᾶτε νὰ τσακίζετε καὶ νὰ γκρεμοτσακίζετε τὸ ὕφος καὶ τὸ ἦθος τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἴμαστε ἀπόγονοι Ἀγαρηνῶν, οὔτε μισαλλόδοξων Εὐρωπαίων, ποὺ ἕνα πρωὶ ἀγουροξύπνησαν καὶ εἶδαν τοὺς ἑαυτούς τους ψηλὰ στεκούμενους. Εἴμαστε λαός, ποὺ οἱ ρίζες μας εἶναι καλὰ στὴν γῆ βαλμένες. Κόψε, σφάξε, ρήμαξε, ἀπολίτιστε λαέ. Ἡ Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ τὸ πιὸ μικρὸ ριζίδιο θὰ ἀνεμίση φυτὰ καὶ δένδρα κατάκαρπα.
Σταμάτα, Μοροζίνη, ποὺ ὁ λαὸς σὲ ξέρει ΣΥΡΙΖΑ, νὰ βομβαρδίζης τὴν Ἀκρόπολη τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ἑλλάδος. Ὅσες κανονιὲς καὶ νὰ ρίξης, αὐτὴ ἡ ἁγία Ἀκρόπολη δὲν θὰ πέση. Θὰ ἔχη καὶ σκεπὴ καὶ κίονες καὶ προπύλαια καὶ Καρυάτιδες, μὲ ὀμορφιὲς καὶ δόξες καλλιτεχνῶν. Ὁ ἥλιος θὰ λάμπη στὴν Ἀκρόπολη. Στὰ δικά σας ὅμως μπουντρούμια δὲν θὰ φέξη ποτέ.
Κακοί οἰκονόμοι, ποὺ ὀνομάζεστε κρατοῦντες, φύκια νὰ φυτρώσουν στὸν τάφο σας. Ἀφῆστε τὴν Ἑλλάδα. Μὴ πνίγετε τὰ ἀπηχήματα τῶν αἰώνων. Μὴ περιμένετε ἀπὸ τὸν ξεπεσμένο τουρισμὸ νὰ ἐπιζήσετε. Οἱ πατέρες μας, τρώγοντας ψωμὶ καὶ κρεμμύδι καὶ ἐλιὰ πικρή, μεγαλούργησαν καὶ στερέωσαν αὐτὸ τὸ μικρὸ κράτος. Τὸ καταλάβατε ὅτι σᾶς κρατᾶν οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος στὴν κυβέρνηση, γιὰ νὰ ἀποτελειώσετε τὴν Ἑλλάδα ποὺ δὲν πεθαίνει ποτέ; Σὰν σκιάχτρα σᾶς βλέπουμε. Τὸ μόνο ποὺ κάνετε εἶναι νὰ βάζετε φόρους καὶ νὰ πίνετε τὸ αἷμα καὶ τὸν ἱδρῶτα τοῦ ἐργαζομένου. Ἐπιτέλους, θαφτῆτε σὲ γῆ ἄνικμη καὶ ἄνυδρη.
Γῆ ἑλληνική, πῶς ἀντέχεις καὶ δὲν ἀνοίγεις ρήγματα νὰ τοὺς καταπιῆς; Συνεχῶς αὐτὴ ἡ ἀπορία βγαίνει μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μου.
Κύριε, ἐξολόθρευσον αὐτοὺς μέχρις ἑβδόμης γενεᾶς καὶ μνημόσυνο ποτὲ νὰ μὴ γίνη στὴν γῆ γιὰ σᾶς ποὺ ποδοπατήσατε τὰ πάντα.
Μίλησα καὶ γιὰ μιὰ ἐκκλησιαστικὴ κωδικογράφηση. Ἔχουμε καὶ ἐδῶ νὰ θρηνήσουμε καὶ νὰ κλάψουμε τὶς νέες δογματικὲς δοξασίες καὶ τὴν λεγόμενη μεταπατερικὴ θεολογία. Μὰ πόσο εὔστοχα τὴν ὠνόμασαν μετα-πατερική, ἀφοῦ πραγματικὰ δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὴν πατερικὴ θεολογία. Ποιοί εἶναι οἱ «νέοι πατέρες» στὴν Ἐκκλησία; Οἱ καλοφορεμένες καὶ καλοφαγωμένες καὶ καλοποτισμένες κάργες, ποὺ δὲν παξιμάδιασαν ποτές τους, ἀλλὰ ἔφαγαν πάντοτε φρέσκο ψωμί, ὄχι ἀπὸ τοὺς φούρνους τῆς ἐρήμου, ἀλλὰ τοῦ κόσμου; Γι᾽ αὐτὸ ἔχουνε νὰ καταθέσουνε θεολογία, τὴν ὁποία δυστυχῶς, ὅταν τὴν διαβάζης, ἀντὶ νὰ εὐρύνεται ὁ νοῦς σου, σκοτίζεται, καὶ ἀντὶ νὰ πλαταίνη ἡ καρδιά, σφίγγεται σὰν κεῖνον ποὺ βρέθηκε ἄξαφνα στὸ χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ καὶ βλέπει κάτω τὴν ἄβυσσο. Μέχρι τώρα τῶν ἁγίων Πατέρων τὴν διδασκαλία ἀναπλάθαμε καὶ προσπαθούσαμε μὲ πολλὴ συστολὴ νὰ τὴν δώσουμε στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ νὰ τὴν κατανοήση. Ποιό βιβλίο γράφεται σήμερα, χωρὶς παραπομπὲς ἀπὸ τὴν ἄπιστη καὶ ὀρθολογιστικὴ καὶ σχολαστικὴ Δύση; Ἀφοῦ, ἂν δὲν ξέρης ξένη γλῶσσα, δὲν μπορεῖς νὰ γίνης καθηγητὴς Πανεπιστημίου. Ἀνακατέψαμε τὰ οὐράνια πράγματα μὲ τὰ δυτικὰ εὑρήματα τοῦ σκοτισμένου μυαλοῦ καὶ τῆς ἄκαρπης καρδιᾶς, καὶ ἡ ἐνασχόλησή μας εἶναι: «Εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο αὐτὸ τοῦ Λουκᾶ ἢ δὲν εἶναι; Εἶναι αὐτὸ τὸ σύγγραμα ἡ διδασκαλία αὐτοῦ τοῦ πατέρα ἢ δὲν εἶναι;» Καὶ ἔτσι, τὸ ρίξαμε στὴν ἔρευνα, ἡ ὁποία ποτὲ δὲν ἔφεξε στὸν κόσμο. Ὁ κόσμος χαλάει κι ἐμεῖς ψάχνουμε νὰ βροῦμε ποιὰ ἦταν ἡ νῆσος ποὺ τσακίστηκε τὸ καράβι ποὺ μετέφερε τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὴν Ρώμη!
Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ κόσμος δὲν καταφεύγει πιὰ σ᾽ αὐτούς. Ψάχνει πηγοῦλες σὲ κάποιες γωνιές, ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμη Γεροντάδες. Ἀλλὰ στὴν ὑπερβολική τους δίψα καὶ πείνα τοὺς ἀνέβασαν πιὸ ψηλὰ ἀπ᾽ ὅ,τι εἶναι στὴν πραγματικότητα καὶ βγῆκαν ζημιωμένοι καὶ τὰ γεροντάκια καὶ τὰ παλληκαράκια. Κι ἔτσι, τριγυρίζουν μέσα στὸν κόσμο καὶ παίζουν τὴν τυφλόμυγα. Ξέχασαν καὶ οἱ Γεροντάδες αὐτοὶ ὅτι εἶναι ἄνθρωποι, ξέχασαν καὶ οἱ ἄνθρωποι ὅτι ἀνθρώπους πλησίασαν καὶ μάλιστα τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ ὁ μέγας Ἀντώνιος εἶπε: «Οἱ χειρότεροι μοναχοὶ τῆς ἐποχῆς μας θὰ εἶναι οἱ καλύτεροι στοὺς ἐσχάτους χρόνους». Κουραστήκαμε νὰ ἀκοῦμε γιὰ προορατικούς, γιὰ θαυματουργούς, γιὰ ἁγίους. Ρώτησα τὸν γερο-Γρηγόρη τῆς Σκήτης τοῦ Ξενοφῶντος:
– Ἦταν ἅγιος ὁ Σιλουανός;
– Καλὸς μοναχός, δὲν θὰ τὸν πῶ ὅμως ἅγιο.
Ὁ καθένας σήμερα ἀνύψωσε τόσο πολὺ τὸν γνώριμό του Γέροντα, ποὺ θὰ πῶ: «Βάρκα γυαλό, γιατὶ κινδυνεύεις. Ἴσα νερό, ἴσα βάρκα». Ποιὸς θὰ μπορέση νὰ γλυτώση τὸν κόσμο ἀπὸ αὐτὴν τὴν σύγχυση δὲν γνωρίζω. Κτίσαμε ἕνα πύργο τῆς Βαβέλ, μέσα στὸν ὁποῖο δὲν ἀκούγεται ἡ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας, γι᾽ αὐτὸ δὲν μποροῦμε νὰ συνεννοηθοῦμε. Ἄλλος βαράει κύμβαλο κι ἄλλος τουμπάκι. Ἂς ἐπικαλεστοῦμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἔρθη καὶ σὲ μᾶς καὶ σ᾽ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν ὅτι εἶναι σήμερα οἱ κρατοῦντες στὴν Ἐκκλησία.
Ἐμεῖς ζητοῦμε ἀνθρώπους ποὺ νὰ ἐρευνοῦνε μέσα τους τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἀπὸ αὐτοὺς ἔχουμε ἔλλειψη καὶ ἀνάγκη. Ἐδῶ καὶ χρόνια ἡ Ἐκκλησία δανείζεται, ἐντελῶς ἀμελέτητα, τὰ κουρέλια τῆς Δύσης, γιὰ νὰ ὑφάνη τὸν ἄρραφο χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴν θεολογία ποὺ μᾶς ἔδωσε ἡ Δύση οὔτε κουρελοῦδες δὲν μποροῦμε νὰ ὑφάνουμε. Καὶ οἱ «ἅγιοί» της, ὅσο καὶ μεγάλοι νὰ φαίνωνται στὸ στερέωμα τοῦ δυτικοῦ κόσμου, δὲν ἔχουνε πληρότητα. Τοὺς λείπει ἡ χάρις. Δὲν μποροῦν νὰ μιλήσουν στὶς καρδιές μας. Κάτι πᾶμε νὰ θαυμάσουμε ἀπὸ τὰ κατορθώματά τους καί, ὅσο προσπαθοῦμε νὰ ἐντρυφήσουμε στοὺς βίους τους, χανόμαστε· οὔτε παλαμάκια σωτηρίας δὲν μποροῦμε νὰ παίξουμε. Ἔχουμε πολλὴ ἀνάγκη νὰ κρατήσουμε τὴν πατρῴα γῆ καὶ τὸ πατροπαράδοτον σέβας. Ἂς δώση ὁ Θεὸς νὰ μείνουμε Ἕλληνες καὶ ὀρθόδοξοι καὶ δὲν μᾶς χρειάζονται οὔτε οἱ ὄνοι τῆς Ἀνατολῆς, οὔτε οἱ ἡμίονοι τῆς Εὐρώπης.
Βάστα, Ἐκκλησία, τὰ γκέμια. Μὴ φοβᾶσαι· θὰ ματώσουν τὰ χέρια σου, ἀλλὰ καλὸ θὰ κάνης. Μὴν ἀφήνης νὰ ἀνεμίζουνε τὰ βότανα τὰ δηλητηριώδη τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσης. Θέσε φραγμὸ και ἀνέγειρε ληνό, γιὰ νὰ πιοῦμε τὸν ἄκρατο οἶνο ποὺ μᾶς ἄφησαν οἰ εὐλογημένοι πρόγονοί μας.
Σὲ εὔθετο χρόνο θὰ παραδώσουμε τὴν κωδικοποίηση τῶν κακῶν ποὺ μᾶς βρῆκαν ἀπὸ τοὺς ἄπιστους κρατοῦντες καὶ τοὺς βαρυϋπνοῦντες ποιμένες, οἱ ὁποῖοι στολίζονται, γιὰ νὰ φαίνωνται οἱ νυμφαγωγοὶ τοῦ κόσμου μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ δὲν τὸ πετυχαίνουν.
Ὁ Θεός, ποὺ σίγουρα ἀγαπᾶ καὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἐκκλησία του, ἂς θέση τέρμα στὸ κακό. Καὶ σταματᾶτε, χριστιανοί μου, νὰ ἀναμασᾶτε τὴν κοσμογονία τοῦ Ἀντιχρίστου. Φτῦστε την, ὅπως φτύσατε τὸν διάβολο καὶ τὴν πομπή του στὸ βάπτισμα. Τώρα ἔτσι πὼς τὰ κάνατε εἶναι σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἄκουσα νὰ λέη ἕνας παπᾶς σὲ μιὰ βάπτιση: «Φύτα, νονά, τὸ παιδί», ἀντὶ νὰ φτύνη τὸν διάβολο. Καὶ τὸ παιδὶ δὲν ἤξερε ποῦ νὰ κρύψη τὸ πρόσωπό του ἀπὸ τὰ φτυσίδια τῆς νονᾶς. (Καλὰ εἶναι τὰ ταχύρρυθμα σχολεῖα, ἀλλὰ στὴν Ἐκκλησία βρέθηκε νὰ ἐφαρμοστοῦνε;)
Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης
Τρίτη 29 Αυγούστου 2017
Παρασκευή 25 Αυγούστου 2017
Οταν μιλούν οι Αγιοι.."ἔβγαλες τὸ Πανεπιστήμιο, ἔγινες θεολόγος, δὲν ξέρεις νὰ κάνεις τὸν σταυρό σου, τί θὰ διδάξεις σ΄ αὐτὰ τὰ παιδιὰ, τί θὰ τὰ διδάξεις;"
Γέροντας Παρθένιος ηγούμενος Ι.Μονής Αγ Παύλου:
«Στὴν Ἑλλάδα σήμερα διδάσκουν θρησκειολογία, δηλαδὴ μύθους, παραμύθους»
Δημοσίευση: 25 Αυγούστου 2017, 2:54 μμ
Δὲ μποροῦμε νὰ ἀπαντήσουμε σὲ ὅλα τὰ ἐρωτήματα βέβαια, ἀλλὰ θὰ σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα, πνευματικὸ παράδειγμα. Ἦρθε στὸ μοναστήρι, στὸν Ἅγιο Παῦλο, ἕνας νέος, ἦταν 28 ἐτῶν, ὁ ὁποῖος ἦταν τελειόφοιτος θεολογίας καὶ μοῦ λέει: «Γέροντα, μπορῶ νὰ ἐξομολογηθῶ;»
Λέω, εὐλογημένο, νὰ ἐξομολογηθεῖς.
Μοῦ εἶπε τοὺς λογισμοὺς του, μοῦ εἶπε ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε ὁ ἄνθρωπος.
Τὰ εἴπαμε τέλος πάντων εἰρηνικά, ὄμορφα. Ἀλλὰ προσέχω νὰ μάθουν τὰ παιδιὰ νὰ ἀρχίσουν νὰ προσεύχονται, νὰ κάνουν προσευχή.
Διότι ἀπὸ ἐκεῖ θὰ καταλάβουν κάτι τὰ παιδιά, ὅτι ὑπάρχει κάτι τὸ ὁποῖο δὲν τὸ γνωρίζουν, ἀπὸ τὴν προσευχή.
Ἄκουσε, τοῦ λέω, πολὺ ὡραῖα, καὶ ξέρεις καὶ γράμματα, ἀλλὰ νὰ προσπαθήσεις νὰ κάνεις λίγο προσευχή.
-Νὰ κάνω, μοῦ λέει, Γέροντα.
Βγάζω τὸ κομποσχοινάκι νὰ τοῦ δείξω πῶς νὰ κάνει προσευχή.
Τοῦ λέω λοιπὸν, ἔτσι θὰ κάνεις προσευχή, ἀγόρι μου.
Αὐτὸ εἶναι κατοστάρι κομποσχοινάκι.
Μ΄ αὐτὸ προσευχόμαστε.
Κρατᾶμε ἕναν κόμπο καὶ λέμε τὴν εὐχὴ
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με…».
Μοῦ λέει, Γέροντα σ΄ εὐχαριστῶ, θὰ κάνω προσευχή.
Ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν δοκιμάσω, τοῦ λέω, πάρε τὸ κομποσχοινάκι καὶ κάνε αὐτὸ ποὺ ἔκανα ἐγώ.
Παίρνει λοιπὸν τὸ κομποσχοινάκι, ἀλλὰ δὲν ἤξερε πῶς νὰ κάνει τὸν σταυρό του.
Κάνει μία ἔτσι, δὲν ἤξερε ποὺ νὰ βάλει τὸ χέρι του.
Τοῦ λέω, παιδί μου, πρῶτα κάνουμε τὸν σταυρό μας, τὸν τύπο αὐτόν, τὰ τρία δάκτυλα ποὺ τυπώνουμε στὸ χέρι μας εἶναι τὸ σύμβολο τῆς Ἁγίας Τριάδος, Πατὴρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιος καὶ ἀχώριστος.
Καὶ τὰ δύο δάκτυλα ποὺ κλείνουμε εἶναι οἱ δύο φύσεις τοῦ Θεοῦ, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος.
Καὶ φέρνουμε τὸ χέρι μας στὸν σταυρὸ ἐδῶ, στὸ μέτωπο, στὸν ἀφαλό, δεξιὰ καὶ ἀριστερά.
Καὶ μία σύντομη ἐξήγηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, σύντομη γιατί εἶναι πολλὲς οἱ ἐξηγήσεις.
Ἦτο ὁ Κύριος στοὺς οὐρανοὺς (τὰ δάκτυλα στὸ μέτωπο) , ἐκατέβηκε στὴ γῆ (τὰ δάκτυλα στὸν ἀφαλό), καὶ ἀνέβηκε πάνω στὸν σταυρὸ (τὰ δάκτυλα δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ) καὶ σήκωσε ὅλες τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου.
Πολεμάει νὰ κάνει τὸν σταυρό του καὶ δὲν μποροῦσε.
Τοῦ ἔπιασα τὸ χέρι. Πρῶτα στὸ μέτωπο, τοῦ λέω, παιδί μου, μετὰ στὸν ἀφαλό, μετὰ δεξιά, μετὰ ἀριστερά, δὲν μποροῦσε.
Τοῦ λέω, μὲ συνέχει μία ἀπορία μεγάλη.
Ἔχω μαρτυρία ἀπὸ θεολόγους καὶ ἀνθρώπους μορφωμένους, ὅπου ἔρχονται καὶ μοῦ λένε στὸ μοναστήρι: «Ἐφύγαμε ἀπὸ τοὺς γονεῖς μας, ὅπου ἤμασταν καλὰ παιδιὰ καὶ σωστὰ, καὶ ὅταν βγάλαμε τὸ πανεπιστήμιο ἤμασταν τέλειοι ἄθεοι, δὲν πιστεύαμε σὲ τίποτα».
Οἱ γονεῖς σου, παιδί μου, δὲ σοῦ ἔμαθαν νὰ κάνεις τὸν σταυρό σου;
Ἐπέρασες τὸ δημοτικὸ σχολεῖο, ἐπῆγες στὸ Γυμνάσιο, τότε δὲν ὑπῆρχε Λύκειο, ἔβγαλες τὸ Πανεπιστήμιο, ἔγινες θεολόγος, δὲν ξέρεις νὰ κάνεις τὸν σταυρό σου, τί θὰ διδάξεις σ΄ αὐτὰ τὰ παιδιὰ, τί θὰ τὰ διδάξεις;
Ἡ ἀπάντηση ποιὰ ἦταν πού μοῦ ΄δωσε; Μοῦ λέει, Γέροντα, ντρέπομαι ποὺ σὲ βλέπω μπροστά μου, διότι, ἀπὸ ὅταν γεννήθηκα μέχρι ποὺ ἔβγαλα τὸ σχολεῖο, ἡ μάνα μου καὶ ὁ πατέρας μου δὲ μοῦ εἶπαν ποτὲ νὰ κάνω ἕναν σταυρὸ.
Γὶ΄ αὐτὸ λένε πὼς πίσω ἀπὸ κάτι καλὰ παιδιὰ κρύβονται κάποιοι καλοὶ γονεῖς.
Ἐὰν λοιπὸν ἔχουμε καλοὺς γονεῖς, ἐὰν ἔχουμε καλοὺς πνευματικοὺς καὶ ἐὰν ἔχουμε καὶ καλοὺς δασκάλους, τότε θὰ βγεῖ μία γενιὰ ἀγγελική.
Μπορεῖ νὰ ἔχουμε πολλὰ πανεπιστήμια καὶ πολλὰ σχολεῖα.
Ἀλλὰ ὅλα τὰ σχολεῖα αὐτὰ διδάσκουν τὴν ἔξω σοφία, ὄχι τὴν ἔσω, τὴ θεϊκὴ σοφία.
Ρωτάω ἐσᾶς νὰ μοῦ πεῖτε, ἐσᾶς ποὺ εἶστε δημοσιογράφοι, ποιὸ σχολεῖο διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους νὰ προσεύχονται;
Ἐνῷ ὑπάρχουν πολὺ καλοὶ πνευματικοὶ ποὺ μποροῦν νὰ διδάξουν, καὶ διδάσκουν, ἀλλὰ γι’ αὐτοὺς τὰ σχολεῖα εἶναι κλειστά.
Μὴν τὸ παρεξηγήσετε αὐτὸ, ὅτι ἐγὼ κατηγορῶ ὅλα τὰ σχολεῖα τοῦ κόσμου, μιλάω γιὰ τὴν Ἑλλάδα.
Διότι στὴν Ἑλλάδα σήμερα ἀπὸ τὰ σχολεῖα ἔβγαλαν τοὺς πνευματικοὺς καὶ ἀντὶ νὰ διδάσκουν θρησκεία, διδάσκουν θρησκειολογία, δηλαδὴ μύθους, παραμύθους.
«Στὴν Ἑλλάδα σήμερα διδάσκουν θρησκειολογία, δηλαδὴ μύθους, παραμύθους»
Δημοσίευση: 25 Αυγούστου 2017, 2:54 μμ
Δὲ μποροῦμε νὰ ἀπαντήσουμε σὲ ὅλα τὰ ἐρωτήματα βέβαια, ἀλλὰ θὰ σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα, πνευματικὸ παράδειγμα. Ἦρθε στὸ μοναστήρι, στὸν Ἅγιο Παῦλο, ἕνας νέος, ἦταν 28 ἐτῶν, ὁ ὁποῖος ἦταν τελειόφοιτος θεολογίας καὶ μοῦ λέει: «Γέροντα, μπορῶ νὰ ἐξομολογηθῶ;»
Λέω, εὐλογημένο, νὰ ἐξομολογηθεῖς.
Μοῦ εἶπε τοὺς λογισμοὺς του, μοῦ εἶπε ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε ὁ ἄνθρωπος.
Τὰ εἴπαμε τέλος πάντων εἰρηνικά, ὄμορφα. Ἀλλὰ προσέχω νὰ μάθουν τὰ παιδιὰ νὰ ἀρχίσουν νὰ προσεύχονται, νὰ κάνουν προσευχή.
Διότι ἀπὸ ἐκεῖ θὰ καταλάβουν κάτι τὰ παιδιά, ὅτι ὑπάρχει κάτι τὸ ὁποῖο δὲν τὸ γνωρίζουν, ἀπὸ τὴν προσευχή.
Ἄκουσε, τοῦ λέω, πολὺ ὡραῖα, καὶ ξέρεις καὶ γράμματα, ἀλλὰ νὰ προσπαθήσεις νὰ κάνεις λίγο προσευχή.
-Νὰ κάνω, μοῦ λέει, Γέροντα.
Βγάζω τὸ κομποσχοινάκι νὰ τοῦ δείξω πῶς νὰ κάνει προσευχή.
Τοῦ λέω λοιπὸν, ἔτσι θὰ κάνεις προσευχή, ἀγόρι μου.
Αὐτὸ εἶναι κατοστάρι κομποσχοινάκι.
Μ΄ αὐτὸ προσευχόμαστε.
Κρατᾶμε ἕναν κόμπο καὶ λέμε τὴν εὐχὴ
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με…».
Μοῦ λέει, Γέροντα σ΄ εὐχαριστῶ, θὰ κάνω προσευχή.
Ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν δοκιμάσω, τοῦ λέω, πάρε τὸ κομποσχοινάκι καὶ κάνε αὐτὸ ποὺ ἔκανα ἐγώ.
Παίρνει λοιπὸν τὸ κομποσχοινάκι, ἀλλὰ δὲν ἤξερε πῶς νὰ κάνει τὸν σταυρό του.
Κάνει μία ἔτσι, δὲν ἤξερε ποὺ νὰ βάλει τὸ χέρι του.
Τοῦ λέω, παιδί μου, πρῶτα κάνουμε τὸν σταυρό μας, τὸν τύπο αὐτόν, τὰ τρία δάκτυλα ποὺ τυπώνουμε στὸ χέρι μας εἶναι τὸ σύμβολο τῆς Ἁγίας Τριάδος, Πατὴρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιος καὶ ἀχώριστος.
Καὶ τὰ δύο δάκτυλα ποὺ κλείνουμε εἶναι οἱ δύο φύσεις τοῦ Θεοῦ, Θεὸς καὶ ἄνθρωπος.
Καὶ φέρνουμε τὸ χέρι μας στὸν σταυρὸ ἐδῶ, στὸ μέτωπο, στὸν ἀφαλό, δεξιὰ καὶ ἀριστερά.
Καὶ μία σύντομη ἐξήγηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, σύντομη γιατί εἶναι πολλὲς οἱ ἐξηγήσεις.
Ἦτο ὁ Κύριος στοὺς οὐρανοὺς (τὰ δάκτυλα στὸ μέτωπο) , ἐκατέβηκε στὴ γῆ (τὰ δάκτυλα στὸν ἀφαλό), καὶ ἀνέβηκε πάνω στὸν σταυρὸ (τὰ δάκτυλα δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ) καὶ σήκωσε ὅλες τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου.
Πολεμάει νὰ κάνει τὸν σταυρό του καὶ δὲν μποροῦσε.
Τοῦ ἔπιασα τὸ χέρι. Πρῶτα στὸ μέτωπο, τοῦ λέω, παιδί μου, μετὰ στὸν ἀφαλό, μετὰ δεξιά, μετὰ ἀριστερά, δὲν μποροῦσε.
Τοῦ λέω, μὲ συνέχει μία ἀπορία μεγάλη.
Ἔχω μαρτυρία ἀπὸ θεολόγους καὶ ἀνθρώπους μορφωμένους, ὅπου ἔρχονται καὶ μοῦ λένε στὸ μοναστήρι: «Ἐφύγαμε ἀπὸ τοὺς γονεῖς μας, ὅπου ἤμασταν καλὰ παιδιὰ καὶ σωστὰ, καὶ ὅταν βγάλαμε τὸ πανεπιστήμιο ἤμασταν τέλειοι ἄθεοι, δὲν πιστεύαμε σὲ τίποτα».
Οἱ γονεῖς σου, παιδί μου, δὲ σοῦ ἔμαθαν νὰ κάνεις τὸν σταυρό σου;
Ἐπέρασες τὸ δημοτικὸ σχολεῖο, ἐπῆγες στὸ Γυμνάσιο, τότε δὲν ὑπῆρχε Λύκειο, ἔβγαλες τὸ Πανεπιστήμιο, ἔγινες θεολόγος, δὲν ξέρεις νὰ κάνεις τὸν σταυρό σου, τί θὰ διδάξεις σ΄ αὐτὰ τὰ παιδιὰ, τί θὰ τὰ διδάξεις;
Ἡ ἀπάντηση ποιὰ ἦταν πού μοῦ ΄δωσε; Μοῦ λέει, Γέροντα, ντρέπομαι ποὺ σὲ βλέπω μπροστά μου, διότι, ἀπὸ ὅταν γεννήθηκα μέχρι ποὺ ἔβγαλα τὸ σχολεῖο, ἡ μάνα μου καὶ ὁ πατέρας μου δὲ μοῦ εἶπαν ποτὲ νὰ κάνω ἕναν σταυρὸ.
Γὶ΄ αὐτὸ λένε πὼς πίσω ἀπὸ κάτι καλὰ παιδιὰ κρύβονται κάποιοι καλοὶ γονεῖς.
Ἐὰν λοιπὸν ἔχουμε καλοὺς γονεῖς, ἐὰν ἔχουμε καλοὺς πνευματικοὺς καὶ ἐὰν ἔχουμε καὶ καλοὺς δασκάλους, τότε θὰ βγεῖ μία γενιὰ ἀγγελική.
Μπορεῖ νὰ ἔχουμε πολλὰ πανεπιστήμια καὶ πολλὰ σχολεῖα.
Ἀλλὰ ὅλα τὰ σχολεῖα αὐτὰ διδάσκουν τὴν ἔξω σοφία, ὄχι τὴν ἔσω, τὴ θεϊκὴ σοφία.
Ρωτάω ἐσᾶς νὰ μοῦ πεῖτε, ἐσᾶς ποὺ εἶστε δημοσιογράφοι, ποιὸ σχολεῖο διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους νὰ προσεύχονται;
Ἐνῷ ὑπάρχουν πολὺ καλοὶ πνευματικοὶ ποὺ μποροῦν νὰ διδάξουν, καὶ διδάσκουν, ἀλλὰ γι’ αὐτοὺς τὰ σχολεῖα εἶναι κλειστά.
Μὴν τὸ παρεξηγήσετε αὐτὸ, ὅτι ἐγὼ κατηγορῶ ὅλα τὰ σχολεῖα τοῦ κόσμου, μιλάω γιὰ τὴν Ἑλλάδα.
Διότι στὴν Ἑλλάδα σήμερα ἀπὸ τὰ σχολεῖα ἔβγαλαν τοὺς πνευματικοὺς καὶ ἀντὶ νὰ διδάσκουν θρησκεία, διδάσκουν θρησκειολογία, δηλαδὴ μύθους, παραμύθους.
Σάββατο 19 Αυγούστου 2017
Τετάρτη 16 Αυγούστου 2017
Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017
" Το μίσος κατά των Ελλήνων " <<< πρώην υπ.Εξωτερικών, Έμα Μπονίνο
«Τα ζώα δεν συγχωρούν ποτέ στον άνθρωπο τη βελτίωση της συμπεριφοράς τους, γιατί νιώθουν ότι αυτή η βελτίωση τα απομακρύνει από τη φύση τους. Και όποτε δίνεται η ευκαιρία, το μίσος εκρήγνυται», μας λέει η γνωστή Ιταλίδα, πρώην υπ.Εξωτερικών, Έμα Μπονίνο επί κυβέρνησης Λέτα.
Για να κατανοήσει ο αναγνώστης τη δήλωση, η πολιτικός κάνει τον εξής εκπληκτικό παραλληλισμό:
«Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει με εμάς τους Ευρωπαίους και τους Έλληνες. Αν υπάρχει μια φυλή στον κόσμο που κυριολεκτικά τη μισώ αφόρητα, αυτή η φυλή είναι οι Έλληνες.» Και τεκμηριώνει την άποψή της λέγοντας ότι στα γυμνασιακά της χρόνια ένιωθε “ψυχικά καταπιεσμένη” γιατί «οι Σοφοί μας Δάσκαλοι δεν μας δίδαξαν τίποτα που να μην το είχαν ήδη Ανακαλύψει, Εξηγήσει, να μην το είχαν Τεκμηριώσει, να μην το είχαν Τελειοποιήσει οι Αρχαίοι Έλληνες.
Κι αν κάποτε ανέφεραν κανέναν άλλο συγγενή της Γνώσης και της Σοφίας που δεν ήταν Έλληνας, στο τέλος πάντα κατέληγαν ότι η Γνώση του και η Σοφία του ήταν βασισμένες επάνω στη Σοφία κάποιου Έλληνα Φιλοσόφου.
Σιγά σιγά ένιωθα πως οι Γνώσεις μου, οι Σκέψεις μου, τα Αισθήματά μου, η Προσωπικότητά μου, ο Κόσμος μου, η Ύπαρξή μου ως το πιο έσχατο κύτταρό μου ήταν όλα επηρεασμένα, ήταν ταγμένα σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε “Η Φιλοσοφία των Αρχαίων Ελλήνων.”»
Αυτά όλα καταστάλαζαν στα βάθη της ψυχής της Ελβετίδας «ένα φλογερό μίσος για καθετί το ελληνικό». Και η συνέχεια: «Αργότερα στο πανεπιστήμιο η κατάσταση έγινε δραματική. Ο Ασκληπιός από τη μια, ο Ιπποκράτης απ’ την άλλη!
Ο Γαληνός τη μια μέρα, ο Ορειβάσιος την επομένη! Αέτιος το πρωί, Αλέξανδρος Τραλλιανός τ’ απόγευμα! Παύλος ο Αιγινίτης από ‘δω, Στέφανος ο Αθηναίος από ‘κει. Δεν μπορούσα ν’ανοίξω βιβλίο χωρίς να βρω μπροστά μου την ελληνική παρουσία. Δεν τολμούσα να πιάσω στα χέρια μου λεξικό για να βρω μια δύσκολη, σπάνια, μια χρήσιμη, μια έξυπνη, μια όμορφη, μια μεστωμένη λέξη. Όλες ελληνικές! Και άλλες αμέτρητες σαν την άμμο των θαλασσών και των ποταμών, ελληνικής και αυτές προέλευσης!»
«Πρόκειται για φαινόμενο ομαδικό. Έτσι αισθανόμαστε λίγο πολύ όλοι μας απέναντι στους Έλληνες. Τους μισούμε, όπως τα ζώα τους θηριοδαμαστές. Και μόλις μας δίνεται η ευκαιρία, χυμάμε, τους δαγκώνουμε και τους κατασπαράζουμε. Γιατί στο βάθος ξέρουμε ότι κάποτε ήμασταν ζώα με όλη τη σημασία της λέξης και είναι αυτοί, οι Έλληνες, πάλι οι Έλληνες, πάντα οι Έλληνες, που μας εξώσανε από τη ζωώδικη υπόσταση και μας ανεβάσανε στην ίδια με τους εαυτούς τους ανθρώπινη βαθμίδα. Δεν αγαπάμε κάτι που θαυμάζουμε.
Ρίξε μια ματιά στην ιστορία και θα διαπιστώσεις ότι όλοι οι Ευρωπαίοι, με αρχηγούς τους Λατίνους και το Βατικανό, λυσσάξαμε να τους εξαφανίσουμε τους Έλληνες από το πρόσωπο της γης. Δεν θα βρεις και δεν θα φανταστείς συνδυασμό εγκλήματος, πλεκτάνης και παγίδας που δεν το σκαρφιστήκαμε και δεν το πραγματώσαμε για να τους εξολοθρεύσουμε.
Σύμφωνα με το armynews η ιστορία με το μίσος κατά των Ελλήνων δεν ξέφτισε. Ο σύγχρονος πολιτισμένος άνθρωπος είναι ο ίδιος και χειρότερος. Δεν θα επιτρέψει ποτέ το Βατικανό να επιβιώσει στην αυλόπορτα της Ευρώπης, στα πλευρά της Ασίας και στο κατώφλι της Αφρικής ο Ελληνισμός, γιατί θεωρούν ότι τους αφαιρεί Σεβασμό και Κύρος.
Για αυτό, παρόλο που τους μισώ, γιατί δεν προέρχομαι από τη φυλή τους, δεν μπορώ να μη τους θαυμάζω και να μη τους σέβομαι και θα συνεχίσω να Μελετάω τον Πλάτωνα, τον Σωκράτη και τον Περικλή όσο θα ζω, διδάσκοντας στα παιδιά μου τη Δύναμη της Σοφίας τους και την επιρροή της στη Ζωή μας και στην Ευτυχία μας.»
Τρίτη 30 Μαΐου 2017
Ἡ πιὸ συνεπὴς κυβέρνηση (Γέροντας Γρηγόριος Ηγούμενος Ι.Μ Δοχειαρίου Αγίου Όρους:)
Δημοσίευση: 16 Μαΐου 2017, 11:25 πμ
Μᾶς προανήγγειλαν πὼς ἄθεοι εἶναι· δὲν πιστεύουν στὸν Χριστό, δὲν πιστεύουν στὴν ἁγία Τριάδα, δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν Παναγία, δὲν δέχονται τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους, τοὺς Μάρτυρες καὶ τοὺς Ἁγίους. Αὐτὸ τὸ τήρησαν ἐπακριβῶς. Καὶ τὸ τηροῦν ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας. Ὅ,τι μυρίζει λιβάνι καὶ κερί, προμελετημένα τὸ μάχονται. Μάχονται τὴν Ἐκκλησία καὶ προσπαθοῦν αὐτὸν τὸν «μπελὰ» νὰ τὸν διώξουν ἀπὸ τὸν δρόμο τους. Μάχονται λυσσαλέα νὰ μὴν ὑπάρχη σταυρός, νὰ μὴ χτυποῦν καμπάνες, νὰ μὴν ἀνάβη καντήλι. Τὶς ἐρημιὲς καὶ τ᾽ ἀκρογιάλια νὰ μὴ τὰ στολίζουν ἐκκλησιδάκια, ἀλλὰ μπαράκια καὶ καφετέριες. Καὶ τὸ ράσο, τὸ φλάμπουρο τῆς πίστης καὶ τοῦ Γένους, νὰ μὴν ἀνεμίζη στοὺς δρόμους. Ἀφήνουν τὰ χωριά μας χωρὶς παπᾶ, γιατὶ δὲν φτάνουν τὰ λεφτά! Τί νὰ θέλουν τὰ γεροντάκια, οἱ ἀπόμαχοι τῆς ζωῆς; Δάσκαλο καὶ πρόεδρο; Παπᾶ γυρεύουν, λειτουργιὰ ν᾽ ἀκούσουν, καμπάνα νὰ χτυπήση.
Εἶναι φοβερὸ πρᾶγμα νὰ ζῆς σ᾽ ἕνα ὀρεινὸ χωριὸ καὶ νὰ μὴν ἀκοῦς μηδὲ ψάλτη μηδὲ παπᾶ. Γιὰ ὅλα ἔχουν χρήματα. Γιὰ νὰ βοηθήσουν ἕνα παπᾶ νὰ μείνη στὸ φτωχὸ χωριό, ἔχουν ἀνεπάρκεια, ἔχουν δυστυχία. Τοὺς τρώει ἡ ἀνέχεια καὶ ἡ κακομοιριά.
Βρέθηκα παραμονὲς ἑορτῶν στὸν νομάρχη τοῦ Καρπενησίου. Οἱ πρόεδροι, πού, δόξα τῷ Θεῷ, ὑπῆρχαν ἀκόμη τότε στὰ ὀρεινὰ χωριά, κατέβηκαν στὸν νομάρχη νὰ ζητήσουν παπᾶ.
– Δὲν θέλετε –τοὺς λέγει– δάσκαλο;
– Τὰ γράμματα ποὺ θὰ μᾶς πῆ ὁ δάσκαλος τὰ ξέρουμε. Τὰ γράμματα ποὺ θὰ μᾶς πῆ ὁ παπᾶς ζητοῦμε καὶ ἀναζητοῦμε στὰ χωριά μας. Ἡ παρουσία τοῦ παπᾶ στὸ ἐρημωμένο χωριό μας εἶναι ἡ παρηγοριά μας, ἡ παραμυθία μας, εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι ρωτᾶνε «Τί λὲς κι ἐσύ, παπᾶ;»
Τόσο ἀφορεσμὸς ἔπεσε στὸ ἑλληνικὸ κράτος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δώση ἕνα μικρὸ μισθὸ στὸν ἐφημέριο; Θὰ γυρίσουμε πίσω στὰ χρόνια τοῦ μεσοπολέμου κι ἀκόμα πιὸ πέρα καὶ θὰ κάνουμε τὸν παπᾶ στὸ χωριὸ καὶ ράφτη καὶ παπουτσῆ καὶ σαμαρᾶ καὶ πεταλωτή, γιὰ νὰ συντηρήση τὴν οἰκογένειά του; Τί μᾶς ἔμελλε νὰ πάθουμε καὶ ἀκόμα δυστυχῶς δὲν τὸ ἐννοήσαμε. Δὲν πίστεψε ὁ λαὸς ὅτι οἱ ἄρχοντες εἶναι ἄθεοι. Νόμισαν ὅτι αὐτὰ ποὺ λέγαν ἦταν λουκουμόσκονη, ποὺ θὰ τὴν φυσήξουν καὶ θὰ τὴν πάρη ὁ ἄνεμος. Δυστυχῶς, καίτοι μᾶς τὸ διαβεβαίωσαν ὅτι Θεὸ δὲν πιστεύουν, δύο φορὲς τοὺς ψηφίσαμε.
Τί στρίβεις, παπποῦ, τὸ μουστάκι σου στὸ καφενεῖο καὶ βρίζεις τοὺς Συριζαίους; Ἐσὺ δὲν τοὺς ψήφισες; Τί βαστᾶς, γιαγιά, τὸ ροῒ ἀδειανὸ καὶ δὲν ἔχεις λάδι ν᾽ ἀνάψης τὸ καντήλι καὶ καταριέσαι τοὺς Συριζαίους; Γιατί, νέε μου, ὅταν σὲ ρωτῶ «Τί δουλειὰ κάνεις;», μὲ διπλωμένη γλῶσσα μοῦ λές «Ἄνεργος»; Ὡραία λέξη, ἐλπιδοφόρα γιὰ τὸ μέλλον τῆς πατρίδας μας.
– Εἶσαι παντρεμένος;
– Ὄχι· συζῶ μὲ μιὰ κοπέλα.
– Γιατί δὲν παντρεύεσαι;
– Δὲν ἔχω δουλειά.
Γιὰ τὴν ἁμαρτία ὅλα οἰκονομοῦνται! Ἐσὺ παλιὰ ξήλωνες τὰ πεζοδρόμια, ἂν κάτι ψήφιζε ἡ κυβέρνηση ποὺ ἦταν ἀσύμφορο γιὰ τὴν ζωή σου. Τώρα ποὺ βλέπεις τὸν Χριστὸ νὰ χλευάζεται, νὰ μαστιγώνεται, νὰ σταυρώνεται, σιωπᾶς; Ἐμπαίκτης τοῦ Χριστοῦ γίνεσαι κι ἐσὺ μαζὶ μὲ τοὺς κυβερνῶντες. Ψηφίζουν νόμους ποὺ βλασφημοῦν τὴν φύση, ποὺ ἀρνοῦνται τὸ κατὰ φύσιν καὶ δέχονται τὸ παρὰ φύσιν, κι ἐσὺ ρέγχεις καὶ δὲν φοβᾶσαι τὸ μέλλον σου. Γιὰ κρίση καὶ ἀνταπόδοση πῶς νὰ μιλήσουμε; Πῶς νὰ φθάση στ᾽ αὐτιά σου αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὑπάρχει ἐσχάτη ἡμέρα, ἐν ᾗ ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ;
Παλιὰ ἔδιναν βοήθημα στὶς πολύτεκνες γυναῖκες. Τώρα βοηθοῦν τὶς γυναῖκες ποὺ δὲν ἔχουν ἄνδρες καὶ ἔχουν παιδιά.
«Σκοντάψαμε» λένε οἱ παλιακοὶ ἄνθρωποι. Γιὰ νὰ δοῦμε, θὰ τὰ καταφέρετε νὰ σηκωθῆτε; Λέγαν οἱ παλιοὶ στὸ χωριό μου: «Δὲν φτάνει ποὺ δὲν βλέπουμε, μᾶς λένε καὶ τύφλα». Ἀνέτοιμη ἡ Ἐκκλησία, ὅπως πάντοτε, νὰ ἀντιμετωπίση τὸ σφυροδρέπανο τῶν Συριζαίων.
Εἴδαμε ἀκόμη καὶ τὴν πολιτική τους εἰλικρίνεια. Ὑποσχέθηκαν ὅτι δὲν θὰ ὑπογράψουν τὰ εὐρωπαϊκὰ μνημόνια. Ὄχι μόνον τὰ ὑπέγραψαν, ἀλλὰ καὶ πόσα ἄλλα κακὰ καὶ καταστρεπτικὰ καὶ ἀνήκουστα ἐπραγμάτωσαν καὶ τῷ ὄντι, ἀδελφοί μου, ἀσέλγησαν ἐπάνω σ᾽ αὐτὸν τὸν ἅγιο τόπο. Λὲς καὶ ἀνέλαβαν νὰ σκορπίσουν τὴν φτώχεια, τὸ ἀδιέξοδο τῆς ζωῆς. Μόνον τὸ «πάρε» ξέρουνε πολὺ καλά· τὸ «δῶσε» ποτέ.
Ἐγὼ τὸν κόπο μου τὸν θέλω στὴν τσέπη μου καὶ θέλω νὰ τὸν διαθέσω ὅπου ἐγὼ βούλομαι. Μὲ πλαστικὸ χρῆμα θὰ ἀνάβω τὸ κερὶ στὴν ἐκκλησία; Μὲ πλαστικὸ χρῆμα θὰ δίνω ἐλεημοσύνη; Τόσο ἀνέντιμος εἶμαι γιὰ τοὺς κρατοῦντες καὶ τόσο ἐπιζήμιος γιὰ τὸ κράτος; Καλύτερα νὰ πεθάνω παρὰ νὰ ζῶ. Μαῦρα χρήματα εἶναι μόνον αὐτὰ ποὺ κλέβονται ἀπὸ τὸ δημόσιο. Ἐκεῖνα ποὺ βγαίνουν μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου εἶναι ὑπὲρ τὸ χιόνι λευκότερα καὶ καθαρώτερα. Οἱ μισθοὶ εἶναι χρήματα ποὺ τὰ ἔχει κρατήσει τὸ κράτος, καὶ τὰ ἀσφάλισαν οἱ ἄνθρωποι στοῦ κράτους τὴν ἀρχὴ καὶ τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη, γιὰ νὰ ἔχουνε σήμερα νὰ φᾶνε καθάριο ψωμί.
Φοβᾶστε νὰ μιλήσετε; Τὴν ταφή σας γιορτάζουνε καὶ πανηγυρίζουν κάθε μέρα. Στὸν τάφο σας στήνουν χορὸ καὶ τρῶνε καὶ πίνουν καὶ τραγουδᾶνε: «Τοὺς πατάξαμε, τοὺς ἀφανίσαμε, τοὺς ἁρμέξαμε». Ἁρμεκτήρια ἠλεκτρονικὰ στήθηκαν παντοῦ. Γιὰ ἀγελάδια βρὲ μᾶς περάσατε;
Εἶδα ἀνθρώπους στὸν δρόμο ἐντελῶς ἀνυποψίαστα να ἀνοίγουν τοὺς κάδους τῶν σκουπιδιῶν νὰ πάρουν κάτι νὰ φᾶνε. Τρομερό, τρομερό, ἀβάσταχτο, ἀπίστευτο! Μὰ πρὸ καιροῦ εἶχε μαγαζὶ στὴν ὁδὸ Παπατρέχα καὶ σήμερα περιμένει νὰ σιτιστῆ ἀπὸ τοὺς σκουπιδοτενεκέδες; Ζοῦμε τὶς μεγαλύτερες ἀντιθέσεις. Τοῦ Ἕλληνα γιὰ τὸ κάτι τι τοῦ παίρνουν τὸ σπίτι καὶ μὲ χρήματα τῆς χιλιοκαταραμένης εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης νοικιάζουν σπίτια στοὺς τάχατες πρόσφυγες. Πῶς θὰ βοηθήσουμε τὴν προσφυγιά; Νὰ τοὺς βοηθήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους νὰ παραμείνουν στὸν τόπο τους, ἐκεῖ ποὺ τοὺς φύτεψε ὀ Θεός, νὰ μείνουν στὸ σπίτι τους, στὸ χωράφι τους, στὴν δουλειά τους.
Γιατί, μεγάλε, ξερριζώνεις τοὺς λαοὺς καὶ μετὰ τάχατες τοὺς περιθάλπεις;
Κάτω κάθε ἠθικὴ ἀξία, κάθε σύμβολο τῆς πίστεως, κάθε σύμβολο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους καὶ κάθε ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Ὄχι ἥρωες, ὄχι ἐθνικὲς ἑορτές. Ὅλα αὐτὰ δίδονται στὰ παιδιὰ διεστραμμένα καὶ εὐώνυμα. Ἀπάνω τὸ ψέμα, ἡ εἰρωνία καὶ ἡ τρομοκρατία. Ποτὲ δὲν ὑπῆρξε δημοκρατία στὸν κόσμο. Πάντα τυραννία, δουλεία, μαύρη σκλαβιά. Μέχρι δώδεκα χρονῶ δὲν ἤξερα ὅτι τὸ σπίτι ἔχει κλειδί. Πίστευα ὅτι τὸ κλειδὶ εἶναι στὰ μαγαζιά· στὸ σπίτι πατᾶς τὴν πετούγια καὶ ἀνοίγει ἡ πόρτα. Τώρα, μπαρώσατε τὶς ἐκκλησιές, μπαρώσατε τὰ σπίτια σας, περάστε περάτη στὴν πόρτα σας. Οἱ ληστοπεράτες εἶναι μπροστὰ ἀπὸ κάθε πόρτα. Ἔχουν πολλὰ ὀνόματα. Προσέχετε σὲ ποιὸν ἀνοίγετε. Ἔλεγαν οἱ παλιοί: «Μέρες θὰ περπατᾶς, γιὰ νὰ βρῆς ἕνα χριστιανό». Καὶ ἦρθε αὐτὴ ἡ μαύρη ὥρα, ποὺ νὰ μὴν ἐρχότανε ποτέ. Φώναζαν οἱ παλιοὶ στοὺς τόπους τῆς συγκέντρωσης: «Χριστιανοί, χριστιανοί» καὶ γύριζαν ὅλοι τὸ κεφάλι. ΤώΑρα… κανείς. Ὅλοι τὸ σκύβουν νὰ μὴ φανοῦν χριστιανοί.
Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Γένους, τοῦ Ἔθνους μας καὶ τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων χριστιανῶν. Καὶ ἀπέλασον τοὺς ἀπίστους μακράν, ἐκεῖ ποὺ δὲν κατοικεῖ ἄνθρωπος, ἐκεῖ ποὺ δὲν ἐπισκοπεῖ οὔτε ὁ Θεός. Ἀμήν.
Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης
Σάββατο 11 Μαρτίου 2017
Τον αετό τον έκλεισαν μέσα σ’ ένα κοτέτσι
Τον αετό τον έκλεισαν μέσα σ’ ένα κοτέτσι.
Κι ο κόκορας τον ρώτησε:
« Γιατί πικραίνεσ’ έτσι,
που τα ’χεις όλα τώρα;
Και το νερό στον τόπο του, και το φαϊ στην ώρα,
Και το νερό στον τόπο του, και το φαϊ στην ώρα,
και στα κατσάβραχα δεν πας,
όπου μπορεί στο τέλος
μες στα καλά καθούμενα να φας κανένα βέλος.
Για πες μου τί σου λείπει
κι όλο σε δέρνει η λύπη
και την καρδούλα σου χαλάς;»
Κι εκείνος τ’ αποκρίθηκε: «Σαν κόκορας μιλάς».
«Μύθοι», Αλέκος Φωτιάδης από το βιβλίο «Νεοελληνικά Αναγνώσματα Α΄ Γυμνασίου» ΟΕΔΒ 1976
«Μύθοι», Αλέκος Φωτιάδης από το βιβλίο «Νεοελληνικά Αναγνώσματα Α΄ Γυμνασίου» ΟΕΔΒ 1976
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





